Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν έρχονται νέα ψυχιατρικά φάρμακα…

Δεν έρχονται νέα ψυχιατρικά φάρμακα…
Άρθρο του Δρ. Ρίτσαρντ Α. Φρήμαν στην αμερικανική εφημερίδα New York Times στις 19 Αυγούστου 2013

Παρά το γεγονός ότι ένας στους πέντε Αμερικανούς λαμβάνουν ένα τουλάχιστο ψυχιατρικό φάρμακο, στον χώρο της ψυχικής υγείας, αντιμετωπίζουμε κρίση στην φαρμακευτική καινοτομία.
Βεβαίως και διαθέτουμε στην θεραπευτική μας φαρέτρα πολλά αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, υπνωτικά φάρμακα και άλλα παρόμοια.  Η δημοτικότητά τους όμως συγκαλύπτει δυο σοβαρά προβλήματα.
Πρώτον, καθεμιά από αυτές τις κατηγορίες φαρμάκων είναι πλήρης παρομοίων φαρμάκων, τα οποία είναι στην ουσία αντίγραφο το ένα του άλλου: έχουμε έξι αντικαταθλιπτικά της κατηγορίας των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (S.S.R.I.) τα οποία ουσιαστικά κάνουν το ίδιο πράγμα, ενώ το ίδιο συμβαίνει για τα δέκα νέα άτυπα αντιψυχωσικά.
Δεύτερον, τα υπάρχοντα φάρμακα απέχουν πολύ από το να είναι απολύτως επιθυμητά στους ασθενείς: ασθενείς με διαταραχές όπως σχιζοφρένεια, μείζονα κατάθλιψη και διπολική διαταραχή συχνά δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά σε αυτά τα φάρμακα ή δεν μπορούν να ανεχθούν τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους.
Παρ’ όλο που το 25% των Αμερικανών πάσχει από διαγνώσιμη ψυχική διαταραχή, λίγα σημεία καινοτομίας φαίνονται από τις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες.
Μετά από μια σειρά αποτυχημένες κλινικές μελέτες στις οποίες τα νεώτερα αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωσικά τα καταφέρανε λίγο καλύτερα ή και το ίδιο με placebos, οι εταιρείες φαίνεται να έχουν συμπεράνει ότι η ανάπτυξη νέων ψυχιατρικών φαρμάκων είναι πολύ ακριβή και επικίνδυνη για τα συμφέροντά τους.  Αυτή η τάση ήταν φανερή στην συνάντηση της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Φαρμακολογίας και Θεραπευτικής το 2011, όπου μόνο 13 από τις 300 περιλήψεις εργασιών συσχετίζονταν με την ψυχοφαρμακολογία και καμία με νέα φάρμακα.  Αντιθέτως, οι φαρμακευτικές εταιρείες ξοδεύουν τα περισσότερα από τα ερευνητικά τους κονδύλια σε αρρώστιες όπως ο καρκίνος, οι καρδιοπάθειες και ο σακχαρώδης διαβήτης, οι οποίες έχουν σαφώς καθορισμένους βιολογικούς δείκτες και είναι ευκολότερο να μελετηθούν σε σχέση με τις ψυχικές διαταραχές.
Για να αντιληφθούμε αυτή την δυσάρεστη κατάσταση, θα πρέπει να γνωρίζουμε πώς φτάσαμε εδώ.
Όλα τα υπάρχοντα αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά και αγχολυτικά μοιράζονται τις ίδιους μοριακές θέσεις δράσεως στον εγκέφαλο όπως τα πρωτότυπά τους από την δεκαετία του 1950.  Για παράδειγμα, τα νέα αντιψυχωσικά αποκλείουν δοπαμινεργικούς υποδοχείς σε κρίσιμες περιοχές του εγκεφάλου, όπως το πρώτο αντιψυχωσικό, η χλωροπρομαζίνη, που συντέθηκε το 1950.  Όλα τα υπάρχοντα αντικαταθλιπτικά αυξάνουν τα επίπεδα ενός ή και περισσότερων από τους νευρομεταβιβαστές σεροτονίνη, δοπαμίνη ή νορεπινεφρίνη, όπως τα πρώτα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.
Με σπάνιες εξαιρέσεις, είναι δύσκολο να θυμηθούμε ένα πραγματικά νέο ψυχοτρόπο φάρμακο που να εμφανίστηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια.  Πράγματι όμως, τα νέα ψυχοτρόπα φάρμακα είναι σε γενικές γραμμές ασφαλέστερα και περισσότερο ανεκτά από τα παλαιότερα πρωτότυπα, αλλά δεν είναι περισσότερο αποτελεσματικά.  Τότε γιατί η φαρμακευτική βιομηχανία έχει δημιουργήσει τόσο πολλά παρόμοια φάρμακα;
Η απλούστερη απάντηση είναι ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ακόμα τις θεμελιώδεις αιτίες των περισσότερων ψυχιατρικών διαταραχών, εν μέρει γιατί είναι δύσκολο να μελετήσεις τον ανθρώπινο εγκέφαλο:  δεν μπορείς να κάνεις βιοψία στον εγκέφαλο και να αναλύσεις το δείγμα.  Για αυτόν τον λόγο οι επιστήμονες έχουν μεγάλη δυσκολία να εντοπίσουν νέες θέσεις δράσης και νέους στόχους για τα ψυχιατρικά φάρμακα.
Επίσης, το να γνωρίζουμε πως δουλεύει ένα φάρμακο στον εγκέφαλο δεν αποκαλύπτει στην πραγματικότητα τα αίτια μιας αρρώστιας.  Για παράδειγμα, επειδή ένα αντικαταθλιπτικό της κατηγορίας των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (S.S.R.I.) αυξάνει την σεροτονίνη στον εγκέφαλο και βελτιώνει την διάθεση, αυτό δεν σημαίνει ότι η ανεπάρκεια σεροτονίνης είναι το αίτιο της νόσου – πολλοί καταθλιπτικοί ασθενείς βελτιώνονται με φάρμακα που δεν έχουν επίδραση στην σεροτονίνη.
Σχεδόν μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες βασίζονταν στα ίδια μοντέλα πειραματόζωων για να ελέγξουν δυνητικά ψυχοτρόπα φάρμακα που χρησιμοποιούνταν για δεκαετίες, κατάσταση που προβλέψιμα απέδιδε ομάδες παρόμοιων φαρμάκων που είχαν τον ίδιο μηχανισμό δράσης με τα παλιά φάρμακα.
Βέβαια, αυτή η παλιά μέθοδος ανάπτυξης φαρμάκων είχε δώσει εμπορικά επιτυχημένα φάρμακα, όπως τα αντιψυχωσικά κουετιαπίνη και αριπιπραζόλη.  Αλλά σύντομα οι πατέντες σε αυτά τα φάρμακα θα λήξουν, και πολύ λίγα νέα φαρμακευτικά προϊόντα πρόκειται να εμφανιστούν.
Ίσως όμως οι φαρμακοβιομηχανίες κάνουν λάθος εγκαταλείποντας τις έρευνες στον εγκέφαλο, τώρα που τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα.  Σκεφτείτε το αναισθητικό κεταμίνη (γνωστό στις πιάτσες ναρκωτικών ως Special K), το οποίο πρόσφατα έδειξε ασυνήθιστα ισχυρά αντικαταθλιπτικά αποτελέσματα.
Η κεταμίνη δρα σε στόχο στον εγκέφαλο όπου κανένα άλλο αντικαταθλιπτικό δεν έχει δράσει: στον υποδοχέα NMDA (N-μεθυλο-D-ασπαρτικού οξέος), τον οποίο αναστέλλει.  Ο υποδοχέας είναι η θέση δράσης του γλουταμικού οξέος, ενός νευρομεταβιβαστή με κρίσιμη σημασία στην μάθηση και στην μνήμη – και όπως φαίνεται, και στην κατάθλιψη.
Αρκετές υποσχόμενες πρώιμες μελέτες βρήκαν ότι οι καταθλιπτικοί ασθενείς που δεν ανταποκρίθηκαν σε πολλά αντικαταθλιπτικά παρουσίασαν μεγάλη βελτίωση των συμπτωμάτων τους μέσα σε λίγες ώρες από την έγχυση κεταμίνης.
Σε αντίθεση με τα συνήθη αντικαταθλιπτικά, που συνήθως χρειάζονται εβδομάδες για να δράσουν, η δράση της κεταμίνης είναι άμεση γιατί ο στόχος της, ο υποδοχέας NMDA, είναι ταχείας δράσης.  Όμως αυτό το βιολογικό σύστημα είναι αρκετά πολύπλοκο για να το τροποποιήσουμε: η πολύ μικρή δράση του γλουταμικού στον υποδοχέα αυτόν μπορεί να προκαλέσει ψύχωση, ενώ η περίσσειά του μπορεί να σκοτώσει τους νευρώνες.
Το εάν η κεταμίνη, ή μια παρόμοια χημική ένωση, θα αποδειχθεί στην πραγματικότητα ασφαλής και αποτελεσματική ως αντικαταθλιπτικό δεν είναι αποσαφηνισμένο.  Για την ώρα όμως, η φαρμακευτική βιομηχανία διστάζει να επενδύσει και να διακινδυνεύσει μακροπρόθεσμα στην ανάπτυξη νέων ψυχοτρόπων φαρμάκων.
Αντιθέτως, οι ακαδημαϊκοί ερευνητές, που δεν είναι υποχρεωμένοι να δίνουν αναφορά σε μετόχους, είναι πιο ελεύθεροι να πραγματοποιούν μεγαλύτερου διακυβεύματος και υψηλού κέρδους πειράματα που μπορεί όμως να αποτύχουν.  Μεγάλα πολυκεντρικά ερευνητικά προγράμματα όπως το Brain Activity Map, μαζί με τις πρόσφατες τεχνικές μελέτης του γονιδιώματος, μπορούν να βοηθήσουν στην αναγνώριση των κυκλωμάτων και γονιδίων που συνδέονται με διάφορες ψυχιατρικές διαταραχές και να ανακαλύψουν πολλά υποσχόμενες νέες θέσεις δράσης και νέους στόχους για νέα φάρμακα.  Οι ανακαλύψεις αυτές με την σειρά τους μπορούν να δελεάσουν την φαρμακευτική βιομηχανία να επενδύσει πάλι στην ανάπτυξη ψυχιατρικών φαρμάκων.
Όμως οι πάσχοντες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι ενώ θα επιθυμούν νέες θεραπείες, η καινοτομία ενέχει και τους κινδύνους της.  Τα φάρμακα εγκρίνονται από την Διεύθυνση Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA: Food and Drug Administration) επί τη βάσει βραχυχρόνιων μελετών, οπότε υπάρχει πάντα περιορισμένη γνώση για την ασφάλεια των φαρμάκων μακροπρόθεσμα.  Αυτό είναι ιδιαίτερα σωστό για φάρμακα που δρουν σε νέες θέσεις-στόχους στον εγκέφαλο για τις οποίες λίγα πράγματα γνωρίζουμε.
Αλλά εάν είμαστε αποφασισμένοι να βρούμε καλύτερες ιατρικές λύσεις για τις ψυχικές διαταραχές, διαταραχές που διαταράσσουν και καταστρέφουν τόσες πολλές ζωές, θα πρέπει να παραδεχθούμε την απλή και πικρή αλήθεια: δεν μπορεί να υπάρξει καινοτομία χωρίς να διακινδυνεύσουμε τόσο οικονομικά όσο και από ιατρικής απόψεως.

Ο Δρ. Ρίτσαρντ Α. Φρήμαν είναι καθηγητής Κλινικής Ψυχιατρικής στο Ιατρικό Ερευνητικό Κέντρο Weill Cornell Medical College της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Cornell στην Νέα Υόρκη των ΗΠΑ.
Το πρωτότυπο άρθρο μπορείτε να το βρείτε εδώ: http://www.nytimes.com/2013/08/20/health/a-dry-pipeline-for-psychiatric-drugs.html?ref=mind&_r=0.

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Αντικαταθλιπτικά και κύηση: ένα άρθρο, μία άποψη

Αντικαταθλιπτικά και κύηση: ένα άρθρο, μία άποψη

Η ψυχιατρική κοινότητα στην πλειονότητά της, όπως και κάθε αντίστοιχη ιατρική κοινότητα, είναι ιδιαίτερα προσεκτική με την εφαρμογή φαρμακευτικών θεραπειών.  Όντας στην ιατρική αυτή ειδικότητα πολλές φορές η αποτελεσματική και η μόνη λύση, οι ψυχίατροι οφείλουμε να έχουμε -και έχουμε- μια σχέση δυναμική με τα φάρμακα: τα παρακολουθούμε στενά μετά την κυκλοφορία τους, ευαισθητοποιούμαστε στις ανεπιθύμητες ενέργειές τους, μελετούμε τις δράσεις τους στο κάθε άτομο που τα λαμβάνει ξεχωριστά αλλά και σε ειδικές κατηγορίες πληθυσμού και ερευνούμε για το εάν απαιτούνται δυνητικά εναλλακτικές λύσεις.
Η εγκυμοσύνη είναι εξ ορισμού μια κατάσταση ιδιαίτερης ευαισθησίας και απαιτεί την ιδιαίτερη προσοχή μας τόσο για την μητέρα όσο και για το κύημα.  Οι μαιευτήρες-γυναικολόγοι τους θέλουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό ελεύθερους οποιαδήποτε φαρμακευτικής παρέμβασης, με λίγες φαρμακευτικές ουσίες να έχουν κριθεί απολύτως ασφαλείς.  Τι συμβαίνει όμως όταν η μητέρα πάσχει από μια οποιαδήποτε σωματική ή ψυχική διαταραχή, της οποίας η αντιμετώπιση απαιτεί την φαρμακευτική μας παρέμβαση;  Με πόση σοβαρότητα οι ιατροί αντιμετωπίζουν την κατάσταση και πώς λαμβάνουν αποφάσεις για την ζωή της μητέρας και του εμβρύου;  Πως κρίνει και παίρνει αποφάσεις ένας ιατρός ανάμεσα στην ανάγκη της μέγιστης ασφάλειας των ανθρώπων που παρακολουθεί και στην αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας της μητέρας;
Η κατάθλιψη στην εγκυμοσύνη αποτελεί μια από τις δυσκολότερες λυδίες λίθους ενός ψυχιάτρου, που θα κληθεί να πάρει μια εξαιρετικά κρίσιμη απόφαση για το έμβρυο και την μητέρα του.  Εάν μια γυναίκα πάσχουσα από μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο αφεθεί χωρίς φαρμακοθεραπευτική παρέμβαση, δεν θα ακολουθεί τις οδηγίες του γυναικολόγου της για το πως θα προσέχει τον εαυτό της και το έμβρυό της, δεν θα τρώει και θα κοιμάται σωστά, και τελικά θα εκτίθεται σε ψυχοπίεση η οποία με την σειρά της εκθέτει το έμβρυο σε βλαπτικά επίπεδα ορμονών και νευρομεταβιβαστών.  Το χειρότερο, για την αντιμετώπιση της κατάστασης, μερικές κυοφορούσες στρέφονται στα οινοπνευματώδη και το κάπνισμα.  Οι κίνδυνοι για την συνέχιση της εγκυμοσύνης έχουν επισημανθεί (αυτόματες αποβολές, προεκλαμψία, καθυστέρηση ανάπτυξης του εμβρύου, ανωμαλίες του πλακούντα, πρόωροι τοκετοί, περιγεννητικές επιπλοκές).  Αν πάλι μια γυναίκα πάσχουσα από κατάθλιψη μείνει έγκυος και θελήσει να διακόψει την αγωγή της, τότε ο κίνδυνος υποτροπής της διαταραχής κατά την διάρκεια της κύησης είναι αποδεδειγμένα μεγάλος.
Από την άλλη πλευρά όμως η χορήγηση αντικαταθλιπτικών στην διάρκεια της κύησης δεν είναι απολύτως ακίνδυνη.  Η πλειονότητα των μαιευτήρων-γυναικολόγων δεν θα αισθάνεται καλά με την χορήγηση οποιουδήποτε φαρμάκου στο πρώτο τρίμηνο της κύησης για τον φόβο διαμαρτιών (ανωμαλιών) της διάπλασης του εμβρύου, ενώ στο τρίτο τρίμηνο της κύησης ο πρόωρος τοκετός δεν είναι εντελώς απίθανο να συμβεί.  Ταυτόχρονα, στο νεογνό περιγράφονται τόσο νεογνικό στερητικό σύνδρομο από αντικαταθλιπτικά (το οποίο όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί στα πλαίσια του μαιευτηρίου), όσο και το σπανιότερο αλλά σοβαρότερο σύνδρομο εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης (για το οποίο όμως δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά με βάση τις έρευνες που γίνονται ότι η λήψη αντικαταθλιπτικών από την μητέρα προκαλεί το σύνδρομο στο νεογνό).
Η Μάργκαρετ Σπινέλλι είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Κλινικής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή (College of Physicians and Surgeons) του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης και Ερευνήτρια Ψυχίατρος στο Πολιτειακό Ψυχιατρικό Ινστιτούτο της Νέας Υόρκης.  Διευθύνει στο Πανεπιστήμιο το Πρόγραμμα Γυναικών στην Ψυχιατρική και έχει βραβευθεί πολλές φορές από το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ για τις έρευνές της στο θέμα της κατάθλιψης στην εγκυμοσύνη.   Με αφορμή μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στο έγκριτο περιοδικό American Journal of Psychiatry και αφορούσε τις έρευνες για την ύπαρξη σχέσης ή μη μεταξύ της εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού και της λήψης από την μητέρα κατά την κύηση αντικαταθλιπτικού της κατηγορίας των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), η Μ. Σπινέλλι έγραψε ένα άρθρο σχολιασμού που αξίζει να διαβαστεί για το με πόση προσοχή διατυπώνεται μια τεκμηριωμένη επιστημονική άποψη για ένα τόσο λεπτό θέμα.  Υπ' όψη ότι αυτό το άρθρο δεν αποτελεί θεραπευτική συμβουλή για μια γυναίκα με κατάθλιψη ή διαταραχές άγχους στην κύηση: γι' αυτήν μονόδρομος είναι η αξιολόγησή της τόσο από τον μαιευτήρα-γυναικολόγο της όσο και από τον ψυχίατρό της – κάθε γυναίκα, όπως και κάθε ασθενής, είναι μια ξεχωριστή περίπτωση και ένα ιδιαίτερο, μοναδικό περιστατικό με τις δικές του ανάγκες.


Η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης
Της Μάργκαρετ Σπινέλλι - Am J Psychiatry 169:2, February 2012 : 121-4

Στις ΗΠΑ, ένα πρόγραμμα συμπεριφορικής ψυχικής υγείας εξωτερικών ασθενών αποφάσισε πρόσφατα ότι δεν θα επιτρέπονταν στους ψυχίατρους να συνταγογραφήσουν αντικαταθλιπτικά στις κυοφορούσες επειδή το ίδρυμα χρηματοδότησης είχε αποφασίσει ότι ο κίνδυνος ήταν πολύ υψηλός.  Ως ψυχίατρος εξειδικευμένη στην θεραπεία γυναικών κατά την περιγεννητική περίοδο, είμαι μια από τους πολλούς ψυχιάτρους που συχνά θα πρέπει να αποφασίσω αν θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν φάρμακα ή όχι για να αντιμετωπιστεί η κατάθλιψη στις κυοφορούσες γυναίκες.
Αυτή την στιγμή, η ιατρική βιβλιογραφία περιέχει μελέτες εκβάσεων για πάνω από είκοσι χιλιάδες κυήσεις γυναικών που έλαβαν τότε αντικαταθλιπτικά (1).  Η βιβλιογραφία βοηθά στην αναγνώριση των πιθανών αποτελεσμάτων της έκθεσης αυτής στην έκβαση της κύησης.  Εκείνα τα αποτελέσματα των μελετών που δείχνουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων γεγονότων κατά την κύηση ή τον τοκετό συχνά δημοσιοποιούνται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, γεγονός το οποίο προκάλεσε την άρνηση πολλών γυναικών να δεχτούν φαρμακευτική αγωγή.  Ορισμένες νομικές εταιρείες στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν αυτή την πληροφορία για να προκαλούν νομικές εμπλοκές.  Πολλοί κλινικοί ιατροί ακούνε τις θετικές μελέτες συσχέτισης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή βλέπουν διαφημίσεις από νομικές εταιρείες, παρακολουθούν τις περιλήψεις στην ιατρική βιβλιογραφία, και μπορεί να συμπεραίνουν ότι οι κίνδυνοι της φαρμακευτικής αγωγής για την μητέρα και το έμβρυο είναι μεγαλύτεροι σε σχέση με τα πιθανά οφέλη.  Όμως, οι αρνητικές μελέτες συσχέτισης τυγχάνουν ελάχιστης προσοχής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Οι κλινικοί ιατροί που συνταγογραφούν μια φαρμακευτική θεραπεία έχουν καθήκον να γνωρίζουν όλες τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπευτικής αγωγής.  Οι κλινικοί ιατροί επίσης είναι υπεύθυνοι για την πληροφόρηση των ασθενών τους και την κατανόηση των κινδύνων και τα οφελημάτων όλων των θεραπευτικών επιλογών, περιλαμβανομένης και της επιλογής να μην υπάρξει φαρμακευτική αντιμετώπιση.  Υπάρχουν σημαντικές αποδείξεις για το ότι η απόφαση της μη συνταγογραφήσεως αντικαταθλιπτικών σε μια γυναίκα που έχει κατάθλιψη ή που είναι πιθανό να έχει υποτροπή της διαταραχής αυτής κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερους κινδύνους στην γυναίκα και στο έμβρυο σε σχέση με τους κινδύνους έκθεσης στην φαρμακευτική αγωγή (2–10).  Η έρευνα τόσο για τα αποτελέσματα της έκθεσης σε αντικαταθλιπτικά όσο και για την επίδραση της κατάθλιψης, τόσο υπό αγωγή όσο και χωρίς αγωγή, στην έκβαση της κύησης, θα πρέπει να συνεχιστεί.  Όμως, εξαρτάται από εμάς που διεξάγουμε αυτές τις έρευνες, όπως και από τα ιατρικά περιοδικά που δημοσιεύουν τις έρευνές μας, να ξεκαθαρίσουν την σημασία και τους περιορισμούς της βάσει αποδείξεων έρευνάς μας τόσο για τους υπόλοιπους κλινικούς ιατρούς όσο και για τις γυναίκες τις οποίες αντιμετωπίζουν.  Τελικά, η κλινική μας κρίση για τα συνολικά οφέλη και κινδύνους, έχοντας την ενημέρωση από μια λεπτομερή μελέτη με κριτική ματιά της ιατρικής βιβλιογραφίας, χρειάζεται να γίνει αντικείμενο επικοινωνίας με τον καθένα που εμπλέκεται: με τις ασθενείς, τις οικογένειές τους και με τους υπόλοιπους ιατρούς που εμπλέκονται στην ιατρική μέριμνα των γυναικών που κυοφορούν.
Εξαιτίας ηθικών ανησυχιών, οι προοπτικές ελεγχόμενες κλινικές θεραπευτικές μελέτες με βάση τον χρυσό κανόνα δεν περιλαμβάνουν κυοφορούσες γυναίκες.  Οι περισσότερες μελέτες για την χρήση φαρμάκων κατά την κύηση είναι αναδρομικές και μπορεί να βασίζονται σε βάσεις δεδομένων συνταγογράφησης, υπηρεσίες καταγραφής διαμαρτιώνληξιαρχεία καταγραφής γεννήσεων ή αρχεία συγγενών διαμαρτιών στο γενικό πληθυσμό.  Λίγα είναι γνωστά σε αυτές τις μελέτες για την πραγματική δοσολογία και τον χρόνο έκθεσης κατά την κυοφορία, την χρήση άλλων φαρμάκων, συνταγογραφούμενων ή μη, ή την παθολογική ή ψυχιατρική κατάσταση της μητέρας.
Οι επιλεγμένες εκ γενετής ανωμαλίες συχνά διαφέρουν από μελέτη σε μελέτη, ενώ τα ευρήματα σπανίως επαναλαμβάνονται.  Μια θεμελιώδης αρχή είναι ότι οι εκθέσεις σε τερατογόνα επάγουν ειδικούς τύπους διαμαρτιών και δεν αυξάνουν τις επιπτώσεις όλων των διαμαρτιών.  Η έλλειψη συμβατότητας μεταξύ των μελετών αναφορικά με ειδικά φάρμακα και ειδικές διαμαρτίες  κάνει δύσκολο για τους ιατρούς να μεταφράσουν τα ευρήματα αυτά στην κλινική πράξη.  Εάν τα αντικαταθλιπτικά είναι τερατογόνα, τότε θα περιμέναμε να δούμε παρόμοια ευρήματα για παρόμοιες εκθέσεις σε φάρμακα σε όλες τις μελέτες (11).  Αλλά τέτοιοι τύποι έκθεσης & επιπτώσεων είναι σπάνιοι στην τρέχουσα βιβλιογραφία.
Ενώ πολλές μελέτες έχουν αντικρουόμενες εκβάσεις, η έμφαση συνήθως δίνεται σε αυτές με θετικά ευρήματα, ενώ οι αρνητικές μελέτες παραβλέπονται.  Οι Occhiogrosso και συνεργάτες σε μια ανασκόπηση σε αυτό το τεύχος του περιοδικού μας (12)περιγράφουν τα ισχυρά και αδύνατα σημεία έξι μελετών στην συσχέτιση μεταξύ προγεννητικής έκθεσης στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (selective serotonin reuptake inhibitors, SSRIsκαι της εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού (persistent pulmonary hypertension of the newborn, PPHN).  Τρεις μελέτες δεν βρήκαν συσχέτιση μεταξύ της εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού και των SSRIs.  Από τις τρεις μελέτες που ανέδειξαν συσχετίσεις, δύο μελέτες εξέτασαν την ίδια βάση δεδομένων πληθυσμούεισάγοντας πρόσθετες πρόσφατες γεννήσεις.  Εξεταζόμενες ταυτόχρονα, οι έξι μελέτες αναγνώρισαν συνολικά πενήντα βρέφη εκτεθειμένα στους SSRIs με εμμένουσα πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού μεταξύ περίπου 25.000 βρεφών με έκθεση στους SSRI, αριθμός μικρότερος από τον υπολογιζόμενο αριθμό στον γενικό πληθυσμό.
Τα ευρήματα θα πρέπει να ερμηνευτούν στο πλαίσιο του υπάρχοντος 3% βασικού (baseline) ποσοστού των διαμαρτιών της διάπλασης (13).  Με αναφορά στους υπολογισμούς εκτίμησης κινδύνου, οι ειδικές διαμαρτίες είναι σπάνιες και οι απόλυτοι κίνδυνοι είναι σχετικά μικροί (14).  Παραδείγματος χάριν, ο βασικός επιπολασμός για τις διαμαρτίες αποφράξεως ροής της δεξιάς κοιλίας υπολογίζεται σε 5,5 περιπτώσεις ανά 10.000 γεννήσεις – κατά συνέπειααν ένας συγκεκριμένος SSRI αυξάνει τον κίνδυνο εις διπλούνο κίνδυνος να έχουμε ένα προσβλημένο παιδί θα ήταν μόνο 0,1%.  Οι μελέτες θα πρέπει να αναφέρουν απόλυτους κινδύνους και να τους ερμηνεύουν με κάποιον τρόπο που να έχει νόημα τέτοιο έτσι ώστε οι κλινικοί ιατροί να μπορούν να το καταλάβουν και να το μεταδώσουν στους ασθενείς τους.
Ενώ οι συλλογές δεδομένων μπορεί να παρέχουν πληροφόρηση για τις συνταγές, δεν είναι ξεκάθαρο εάν η φαρμακευτική αγωγή λαμβανόταν στην πραγματικότητα από την μητέρα.  Οι  Petersen και συνεργάτες (15) παρατήρησαν ότι η εγκυμοσύνη ήταν ένας μείζων καθοριστικός παράγοντας στην διακοπή της αντικαταθλιπτικής φαρμακευτικής αγωγής, και οι περισσότερες γυναίκες δεν λαμβάνουν περαιτέρω αντικαταθλιπτικές φαρμακευτικές αγωγές πέραν της έκτης εβδομάδας κυήσεως.
Εκτός αυτών, άλλα προβλήματα αφορούν την ανεπαρκή ισχύ και ανικανότητα να διαχωριστεί η χρήση των SSRI από τις επιδράσεις της προγεννητικής κατάθλιψης.  Σε μια πρόσφατη   κλινική μελέτη ασθενών-μαρτύρων που είχε ευρεία προβολή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (16), οι συγγραφείς πρότειναν μεγαλύτερο ποσοστό διαταραχών αυτιστικού φάσματος στα παιδιά είκοσι μητέρων που ελάμβαναν SSRIs την χρονιά πριν και κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.  Πέρα όμως από το γεγονός ότι ο αριθμός των περιστατικών ήταν μικρόςη μελέτη δεν έλεγξε στην αρχή της μελέτης τις μητέρες για την ύπαρξη κάποιας ψυχιατρικής διαταραχής, παρόλο που η συσχέτιση μεταξύ ψυχιατρικών διαταραχών και του φάσματος του αυτισμού είναι ισχυρά τεκμηριωμένη (17).  Οι διαταραχές του αυτιστικού φάσματος είναι κληρονομούμενες, αλλά οικογενές γενετικό φορτίο δεν αναφέρθηκε.  Εκτός αυτού, δεν αναφέρθηκαν δεδομένα υποκείμενου παθολογικού νοσήματος, η χρήση παράνομων ουσιών, η χρήση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων, το καπνιστικό ιστορικό ή η κατάχρηση οινοπνευματωδών.
Οι μελέτες συχνά περιορίζονται από αναλύσεις δεν είναι προσαρμοσμένες σε συγχυτικές μεταβλητές όπως το κάπνισμα και ο αλκοολισμός.  Για παράδειγμα, ένα άλλο πρόσφατο άρθρο (18)  υπέδειξε ότι η λήψη φλουοξετίνης και παροξετίνης κατά την διάρκεια της κύησης αυξάνει τον κίνδυνο για διαμαρτίες της καρδιάς και η λήψη σιταλοπράμης κατά την διάρκεια της κύησης αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης δισχιδούς ράχης σε βρέφη εκτεθειμένα στα φάρμακα αυτά σε σχέση με βρέφη μη εκτεθειμένα σε αυτό το φάρμακο.  Όμως οι συγγραφείς βρήκαν επίσης ότι οι μητέρες που ελάμβαναν  SSRIs κατά την εγκυμοσύνη είχαν κατά δέκα φορές αυξημένα ποσοστά εμφανίσεως του εμβρυϊκού αλκοολικού συνδρόμου, το οποίο υποδεικνύει σημαντική κατανάλωση οινοπνευματωδών εκ μέρους της μητέρας, το οποίο είναι μια σημαντική συγχυτική μεταβλητή.  Τέτοιες συγχυτικές μεταβλητές αποτελούν σημαντική μεθοδολογική ανησυχία στην έρευνα για διαμαρτίες της διάπλασης και θα πρέπει να συνυπολογίζονται για την κατάλληλη ερμηνεία των ευρημάτων (19).
Η κατάθλιψη και το άγχος έχουν επίσης ανεπιθύμητες ενέργειες τόσο στο περιβάλλον μητέρας-εμβρύου όσο και στην έκβαση του βρέφους.  Η καταθλιπτική κυοφορούσα είναι πιθανότερο να χρησιμοποιήσει νικοτίνη (άρα τσιγάρο), παράνομες ουσίες αλλά και οινοπνευματώδη, ενώ είναι λιγότερο πιθανό ότι θα προσέξει την προγεννητική υγεία της (2). Η κατάθλιψη προ του τοκετού (η κατάθλιψη της κύησης) συσχετίζεται με προεκλαμψία, μικρό βάρος σώματος και μικρή ηλικία κυοφορίαςκαθώς και με πρόωρο τοκετό (3–5).  Στα ανεπιθύμητα νευροσυμπεριφορικά αποτελέσματα περιλαμβάνονται η καθυστέρηση της ανάπτυξης του βρέφους καθώς και προβλήματα στην συμπεριφορά του (6, 7).  Η κατάθλιψη πριν τον τοκετό είναι επίσης ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας της επιλόχειου κατάθλιψης (8)η οποία μπορεί με την σειρά της να επιφέρει πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες στην ιδιοσυγκρασία του νεογνού, στην αλληλεπίδραση μητέρας-παιδιού και στην όψιμη γνωσιακή ικανότητα του νεογνού (9, 10).  Μια πρόσφατη ανάλυση από το σύστημα επαγρύπνησης των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων από 17 πολιτείες σε διάστημα τεσσάρων ετών βρήκε 94 αυτοκτονίες συσχετιζόμενες με κύηση και 139 ανθρωποκτονίες από το 2003 έως το 2007 (20).  Οι μισοί από αυτούς τους βίαιους θανάτους είχαν συσχετιστεί με άσκηση βίας από τον ερωτικό σύντροφο και με ψυχιατρική διαταραχή, γεγονότα συνήθη στην αυτοκτονία της κυοφορούσας (21).
Τέλος, παρατηρήσαμε μια “αταίριαστη” μείωση της συνταγογράφησης αντικαταθλιπτικών σε εφήβους και νέους ενήλικες εξαιτίας  της προειδοποίησης του FDA για αυτοκτονικότητα.  Όμως, η κατάθλιψη που μένει χωρίς αγωγή από μόνη της έχει κατά πολύ μεγαλύτερη επίδραση στην αυτοκτονική συμπεριφορά σε σχέση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες των αντικαταθλιπτικών.  (Σ.τ.μ.: Κανένα φάρμακο δεν επάγει από μόνο του αυτοκτονικό ιδεασμό!)  Οι ψυχίατροι σε γενικές γραμμές έχουν εφαρμόσει την κατάλληλη κρίση στην συνταγογράφηση αντικαταθλιπτικών και ψυχοθεραπειών για αυτόν τον πληθυσμό ασθενών, όχι όμως άλλες ειδικότητες ιατρών (22).  Τώρα χρειάζεται να μιλήσουμε ξεκάθαρα για τους κινδύνους και τα οφέλη της θεραπευτικής αγωγής για τις καταθλιπτικές κυοφορούσες γυναίκες εάν θέλουμε να αποφύγουμε παρόμοιες συνέπειες για την ευεξία τόσο των ιδίων όσο και των βρεφών τους.

Βιβλιογραφία

  • Lorenzo L, Byers B, Einarson A: Antidepressant use in pregnancy. Expert Opin Drug Saf 2011; 10:883–889
  • Zuckerman B, Amaro H, Bauchner H, Cabral H: Depressive symptoms during pregnancy: relationship to poor health behaviors. Am J Obstet Gynecol 1989; 160:1107–1111
  • Kurki T, Hiilesmaa V, Raitasalo R, Mattila H, Ylikorkala O: Depression and anxiety in early pregnancy and risk for preeclampsia. Obstet Gynecol 2000; 95:487–490
  • Wadhwa PD, Sandman CA, Porto M, Dunkel-Schetter C , Garite TJ: The association between prenatal stress and infant birth weight and gestational age at birth: a prospective investigation. Am J Obstet Gynecol 1993; 169:858–865
  • Wisner KL, Sit DK, Hanusa BH, Moses-Kolko EL, Bogen DL, Hunker DF, Perel JM, Jones-Ivy S, Bodnar LM, Singer LT: Major depression and antidepressant treatment: impact on pregnancy and neonatal outcomes. Am J Psychiatry 2009; 166:557–566
  • Deave T, Heron J, Evans J, Emond A: The impact of maternal depression on early child development. BJOG 2008; 115:1043–1051
  • Luomo I, Tamminen T, Kaukonen P, Laippala P, Puura K, Salmelin R, Almqvist F: Longitudinal study of maternal depressive symptoms and child well-being. J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 2001; 40:1367–1374
  • Beck CT: A meta-analysis of predictors of postpartum depression. Nurs Res 1996; 45:297–303
  • Zuckerman B, Bauchner H, Parker S, Cabral H: Maternal depressive symptoms during pregnancy, and newborn irritability. J Dev Behav Pediatr 1990; 114:190–194
  • Hay DF, Pawlby S, Waters CS, Sharp D: Antepartum and postpartum exposure to maternal depression: different effects on different adolescent outcomes. J Child Psychol Psychiatry 2008; 49:1079–1088
  • Chambers C: Selective serotonin reuptake inhibitors and congenital malformations. BMJ 2009; 339:b3525
  • Occhiogrosso M, Omran SS, Altemus M: Persistent pulmonary hypertension of the newborn and selective serotonin reuptake inhibitors: lessons from clinical and translational studies. Am J Psychiatry 2012; 169:134–140
  • Centers for Disease Control and Prevention: Update on overall prevalence of major birth defects: Atlanta, Georgia, 1978–2005. MMWR Morb Louik C , Lin AE, Werler MM, Hernandez-Diaz S, Mitchell AA: First-trimester use of selective serotonin-reuptake inhibitors and the risk of birth defects. N Engl J Med 2007; 356:2675–2683
  • Petersen I, Gilbert RE, Evans SJ, Man SL, Nazareth I: Pregnancy as a major determinant for discontinuation of antidepressants: an analysis of data from The Health Improvement Network. Clin Psychiatry 2011; 72:979–985
  • Croen LA, Grether JK, Yoshida CK, Odouli R, Hendrick V: Antidepressant use during pregnancy and childhood autism spectrum disorders. Arch Gen Psychiatry 2011; 68:1104–1112
  • Daniels JL, Forssen U, Hultman CM, Cnattingius S, Savitz DA, Feychting M, Sparen P: Parental psychiatric disorders associated with autism spectrum disorders in the offspring. Pediatrics 2008; 121:1357–1362
  • Malm H, Artama M, Gissler M, Ritvanen A: Selective serotonin reuptake inhibitors and risk for major congenital anomalies. Obstet Gynecol 2011; 118:111–120
  • Herman MA, Hernandez-Diaz S, Werler MM, Mitchell AA: Causal knowledge as a prerequisite for confounding evaluation: an application to birth defects epidemiology. Am J Epidemiology 2002; 155:176–184
  • Palladino CL, Singh V, Campbell J, Flynn H, Gold KJ: Homicide and suicide during the perinatal period. Obstet Gynecol 2011; 118:1056–1063
  • Cerulli C , Talbot NL, Tang W, Chaudron LH: Co-occurring intimate partner violence and mental health diagnosis in perinatal women. J Womens Health (Larchmt) (Epub ahead of print, Sept 16, 2011)
  • Libby AM, Brent DA, Morrato EH, Orton HD, Allen R, Valuck RJ: Decline in treatment of pediatric depression after FDA advisory on risk of suicidality with SSRIs. Am J Psychiatry 2007; 164:884–891

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Η κάνναβη δεν είναι το μόνο ναρκωτικό που συσχετίζεται με την σχιζοφρένεια...

Η κάνναβη δεν είναι το μόνο ναρκωτικό που συσχετίζεται με την σχιζοφρένεια...

Είναι κοινό μυστικό στην ψυχιατρική κοινότητα ότι το χειρότερο για τους ψυχιάτρους ναρκωτικό είναι η κάνναβη – η συστηματική της χρήση στην εφηβεία αποδεδειγμένα αυξάνει τον κίνδυνο νόσησης από σχιζοφρένεια κατά δυόμισυ φορές.  Όμως φαίνεται ότι πλέον δεν θα είναι το μόνο – και μάλιστα αποδεδειγμένα.  Διαβάστε την ενδιαφέρουσα ανταπόκριση από το Διεθνές Συνέδριο του Βασιλικού Κολλεγίου Ψυχιάτρων της Μεγάλης Βρετανίας που πραγματοποιήθηκε στο Εδιμβούργο στις 2-5 Ιουλίου 2013.

International Congress of the Royal College of Psychiatrists (RCPsych) 2013. Presented July 5, 2013.
Medscape Medical News © 2013 WebMD, LLC
Cannabis Not the Only Illicit Drug Linked to Schizophrenia. Deborah Brauser, Medscape. Jul 09, 2013.

Δευτέρα 09 Ιουλίου 2013

Τα επεισόδια ψύχωσης που προκαλούνται από διάφορους τύπους ναρκωτικών συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με κλινική διάγνωση σχιζοφρένειας που τίθεται αργότερα κατά τον βίο του ατόμου, προτείνει νέα επιστημονική έρευνα.
Η βασιζόμενη σε επίσημες καταγραφές έρευνα περιελάμβανε πάνω από 3.000 νοσηλευόμενους από την Σκωτία με ψύχωση προκληθείσα από ναρκωτικά.  Αυτή έδειξε ότι εκείνοι που βίωσαν ψυχωσικό επεισόδιο εξαιτίας χρήσης κάνναβης ή ποικιλίας ουσιών και που χρειάστηκαν νοσηλεία είχαν την μεγαλύτερη αύξηση κινδύνου να αναπτύξουν στην συνέχεια σχιζοφρένεια.
Όμως, τα ποσοστά μετάπτωσης σε σχιζοφρένεια ήταν επίσης υψηλά και για εκείνους που είχαν επεισόδια ψύχωσης που προκλήθηκε τόσο από οπιούχα όσο και από ψυχοδιεγερτικά.
Συμπληρωματικά, οι ερευνητές βρήκαν ότι η πλειονότητα των ασθενών με μετάπτωση σε σχιζοφρένεια παρουσίασαν αυτή την επιδείνωση μέσα σε πέντε χρόνια από την νοσηλεία εξαιτίας της χρήσης ουσιών και τις ψυχιατρικές της συνέπειες.
«Βρήκαμε ότι αυτοί με ψύχωση από κάνναβη ή από ποικιλία ουσιών ήταν περισσότερο πιθανό να αναπτύξουν σχιζοφρένεια σε σχέση με εκείνους που παρουσίαζαν ψυχώσεις άλλης αιτιολογίας» μας είπε ο κύριος συγγραφέας της ερευνητικής εργασίας Ψυχίατρος Ντέιβιντ Σεμπλ, επιμελητής στο Νοσοκομείο Hairmyres, στο East Kilbride της Γλασκώβης στην Σκωτία.  «Τα αποτελέσματα αυτά υποστηρίζουν πολλές παλιότερες εργασίες που δείχνουν ότι η κάνναβη είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για σχιζοφρένεια.  Και υποδεικνύει ότι εάν αντιμετωπίσεις κάποιον με ψυχωτικό επεισόδιο εξαιτίας χρήσης κάνναβης, τότε η πιθανότητα ανάπτυξης σχιζοφρένειας σε αυτόν προσεγγίζει το 25% ή αλλιώς 1 στα 4», είπε ο Δρ. Σεμπλ.  Προσέθεσε δε, ότι οι κλινικοί ιατροί θα πρέπει να παρακολουθούν τους ασθενείς αυτούς «για ικανό χρονικό διάστημα» μετά από το πρώτο επεισόδιο ψύχωσης που προκαλείται από οποιαδήποτε ουσία.
«Μπορεί να υπάρχουν άλλοι γενετικοί ή προδιαθεσικοί παράγοντες, αλλά εάν σε κάποιον παρουσιαστεί ένα τέτοιο σοβαρό επεισόδιο με αποτέλεσμα την νοσηλεία, τότε θα του υποδειχθεί να παρακολουθείται για τουλάχιστο μια πενταετία».
Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο του Βασιλικού Κολλεγίου Ψυχιάτρων της Μεγάλης Βρετανίας στο Εδιμβούργο στις 5 Ιουλίου2013.


Τα ποσοστά μετατροπής είναι σημαντικά

«Σήμερα,» λέει ο Δρ. Σεμπλ, «λίγες μελέτες έχουν εξετάσει την πορεία των ψυχώσεων που έχουν προκληθεί από ουσίες».  Επίσης, όταν καθορίζεται η πιθανότητα ανάπτυξης μιας χρόνιας ψυχιατρικής διαταραχής, οι περισσότεροι ερευνητές έχουν χρησιμοποιήσει μόνο «ευρύτερους ορισμούς όπως διαταραχές του φάσματος της σχιζοφρένειας».
Για την μελέτη αυτή, οι ερευνητές προσπάθησαν να βρουν τα ποσοστά μετάπτωσης από ένα επεισόδιο ψύχωσης οφειλόμενης σε ουσίες σε κλινική διάγνωση σχιζοφρένειας, όπως επίσης και να αξιολογήσουν τον χρόνο που απαιτήθηκε για αυτή την μετάπτωση.
Εξέτασαν λοιπόν δεδομένα του Αρχείου Νοσηρότητας της Σκωτίας από 3.486 ασθενείς που εισήχθησαν σε ψυχιατρικό νοσοκομείο μεταξύ του Ιανουαρίου 1997 και του Ιουνίου 2012 για πρώτο επεισόδιο ψύχωσης από ουσίες.  Όλοι αυτοί οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν μέχρι τον Ιούλιο του 2013 ή μέχρις ότου παρουσίασαν πρώτο επεισόδιο σχιζοφρένειας.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο σωρευτικός κίνδυνος να τεθεί η κλινική διάγνωση της σχιζοφρένειας μετά από ψύχωση που προκλήθηκε από χρήση κάνναβης ήταν 21,4%.  Συμπληρωματικά, το ποσοστό μετατροπής ήταν 19,1% για εκείνους με ψύχωση από ψυχοδιεγερτικά και 18,4% για εκείνους με ψύχωση από οπιοειδή.
Ο αριθμός των ασθενών που βίωσαν για πρώτη φορά κάποιον από αυτούς τους τύπους ψυχώσεως από ουσίες ήταν 276, 273 και 419 αντίστοιχα.
Η μεγαλύτερη υποομάδα ψυχώσεων από ουσίες περιελάμβανε αυτούς που είχαν πάρει πολλές ουσίες (n = 1369).  Ο κίνδυνος μετάπτωσης σε σχιζοφρένεια ήταν 21,5%.  Η δεύτερη μεγαλύτερη υποομάδα περιελάμβανε εκείνους με ψύχωση από οινοπνευματώδη (n = 1038).  Όμως εδώ το ποσοστό μετάπτωσης ήταν μόνο 10,6%.
«Οι ομάδες ψυχώσεων από υπνωτικά-κατασταλτικά, κοκαΐνη, παραισθησιογόνα, καπνό και διαλύτες ήταν πολύ μικρές για να επιτρέψουν μια ερμηνεία των δεδομένων τους με νόημα», ανέφεραν οι ερευνητές.
Αν και ο μέσος χρόνος μετατροπής της διάγνωσης σε σχιζοφρένεια ήταν περίπου 12 χρόνια, η πλειονότητα των διαγνώσεων για την διαταραχή τέθηκαν εντός των πέντε πρώτων ετών μετά το επεισόδιο ψυχώσεως από ουσίες.
«Η ψύχωση από κάνναβη ή η ψύχωση από ποικιλία ουσιών που απαιτεί εισαγωγή και νοσηλεία είναι πιο πιθανό να συσχετίζεται με διάγνωση σχιζοφρένειας αργότερα κατά την διάρκεια του βίου σε σχέση με τις ψυχώσεις που προκαλούνται από άλλες ουσίες», γράφουν οι ερευνητές.
Όμως, «τα ποσοστά μετάπτωσης είναι ακόμα σημαντικά για τις ψυχώσεις που προκαλούνται από άλλες ουσίες και πιθανόν να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε αυτή την ομάδα διαταραχών στην έρευνα για τα αίτια της σχιζοφρένειας», προσέθεσαν.


Σημαντικά, αλλά δεν εκπλήσσουν

«Είναι μια σημαντική έρευνα που γίνεται σε μια μεγάλη ομάδα ασθενών», είπε μετά την παρουσίαση ο προεδρεύων Peter W. Woodruff, PhD, FRCPsych, καθηγητής ακαδημαϊκής κλινικής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ στην Αγγλία.   «Είναι ξεκάθαρα ένα σημαντικό κλινικό πρόβλημα που αφορά τους ασθενείς που χρησιμοποιούν κάνναβη, η οποία είναι ένας μεγάλος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη σχιζοφρένειας», προσέθεσε ο Δρ. Woodruff, ο οποίος δεν είχε εμπλακεί στην έρευνα.   Όμως σημείωσε ότι «η έρευνα δεν μας προκάλεσε έκπληξη», με δεδομένο ότι κάθε ουσία που επιδρά στην νοητική κατάσταση ενός ατόμου μπορεί να μεταβάλλει τους νευρομεταβιβαστές στον εγκέφαλο.  «Εάν τα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα, ή οι ουσίες, λαμβάνονται για μη θεραπευτικούς σκοπούς από ανθρώπους που κατά τα άλλα είναι υγιείς, τότε αυτές οι ουσίες μπορούν να προκαλέσουν κάποιας μορφής αποσταθεροποίηση των δυναμικών υγείας και να μεταβάλλουν την υγιή φυσιολογική λειτουργία σε ευάλωτα άτομα — και μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης σοβαρών ψυχικών διαταραχών».