Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Το Χριστόψωμο

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη:
Τ
ὸ Χριστόψωμο

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλωστε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινά, πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.
Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου; Εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στείρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίη διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δυὸ ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέση περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰπούσαι αὐτῇ, ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπῶν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.
Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ᾖλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἐαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆρας της.
Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὖτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννᾳ ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον, δέ, ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.
Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε τὰ ἐλαττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε, δὲν ἦτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾿ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».
*
* *
Ὁ καπετὰν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὤρισες, καλῶς σᾶς ηὕρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.
Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186... Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν, ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος καὶ ἔκλεισαν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους, ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως, ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν. Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾿ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.
Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον, ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούση καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν. Αὕτη ἐδέχθη μόνο περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μηδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθῃ τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο», καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰ τὸ στερεότυπον «μ᾿ ἕναν καλὸ γυιό».
Καὶ οὐ μόνον, τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.
- Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θειὰ Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾶς.
- Θὰ τὸ φυλάξω ὡς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾿ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.
- Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾿ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ κάθε μιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.
- Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.
Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακό τι.
«Πῶς τὤπαθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο», εἶπε μόνον καθ᾿ ἐαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετὰ τίνος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκανε συντροφίαν, ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της. Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ Ἁγίου Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.
Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτὴ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρι οὗ σημάνη ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾿ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δυὸ οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.
Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἠμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς.
- Δόσε μου τὸ κλειδί, ᾖλθε ὁ ἄντρας σου.
- Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.
Καὶ ἀντὶ νὰ δώση τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.
Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας, βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.
- Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.
- Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.
- Ὄχι, δὲν εἶναι σου λέω τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δυὸ ἄγκουρες ἀραγμένη καὶ καθισμένη.
- Θέλεις ν᾿ ἀνάψω φωτιά;
- Ἄναψε καὶ δόσε μου ν᾿ ἀλλάξω.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγε ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.
- Θέλεις κανένα ζεστό;
- Δὲν μ᾿ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλης.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.
- Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσης τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.
- Δὲν σ᾿ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;
- Βάλε, στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κι ἐγὼ σὲ λίγο.
Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούση εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήση. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.
- Ἡ μάννα μου δὲ θὰ τὤμαθε βέβαια ὅτι ᾖλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.
- Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;
- Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.
- Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾶς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσεις μόνον;
- Νὰ μεταλάβω κι ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.
Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾿ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλη ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της, ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾿ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.
Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῆ καὶ ν᾿ ἀνοίξη τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβη ἄρτον, ἀλλ᾿ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ Χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.
* * *
Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾿ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.
Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ Χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα. Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμο, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.
Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη, ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου. Σημειωτέον, ὅτι ἡ γραῖα, συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της. Ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων.
Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲ θὰ ἦτο πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆρας της.
(Ἐφ. «Ἐφημερίς», 26 Δεκεμβρίου 1887).


Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Φώτης Κόντογλου: Ο Γιάννης ο βλοημένος


Φώτης Κόντογλου: Ο Γιάννης ο βλοημένος

Από τον προσωπικό ιστοχώρο του Νεκτάριου Μαμαλούγκου, www.nektarios.gr :

Ὁ Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.
Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες, καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.
* * *
Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Ὁ παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ Ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».
Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ Ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό. Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν Ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.
Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ Ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.
* * *
Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατί δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».
Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ Ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ Ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.
Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ Ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ Ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...


Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Είναι η ακαδημαϊκή (πανεπιστημιακή) ψυχιατρική προς πώληση;

Είναι η ακαδημαϊκή (πανεπιστημιακή) ψυχιατρική προς πώληση;

British Journal of Psychiatry 2003; 182: 1-3
Συγγραφείς: David Healy & Michael Thase
Εισαγωγή από τους Mary Cannon, Kwame McKenzie & Andrew Sims.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η επίδραση της φαρμακευτικής βιομηχανίας στην ακαδημαϊκή ιατρική είναι διεισδυτική.  Περίπου το 90% των συγγραφέων άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο Περιοδικό της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας  JAMA (Journal of the American Medical Association) έχουν λάβει ερευνητική χρηματοδότηση από φαρμακευτικές εταιρείες ή υπήρξαν σύμβουλοί τους.  Ανταποκρινόμενοι σε αυτήν την πρόκληση, οι αρχισυντάκτες των ιατρικών περιοδικών συμφώνησαν σε αυστηρούς κανόνες για την αναφορά χορηγιών και συγκρούσεως συμφερόντων.  Η ακαδημαϊκή ψυχιατρική δεν εξαιρείται από την επίδραση της βιομηχανίας.  Η σχέση μεταξύ των φαρμακευτικών εταιρειών και της ακαδημαϊκής ψυχιατρικής αυτή την στιγμή είναι πολύ στενή.  Είναι όμως αυτό πρόβλημα;  Από την μια πλευρά, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι σχέσεις με την φαρμακευτική βιομηχανία περιορίζουν την ανεξαρτησία των ερευνητών και πιθανόν θέτουν σε ανυποληψία την δημοσιευόμενη εργασία τους.  Από την άλλη πλευρά, η σχέση μπορεί να ιδωθεί ως παραγωγική και αμοιβαία επωφελής – ιδιαίτερα σε μια εποχή περιορισμένης διάθεσης οικονομικών πόρων στην έρευνα.  Τα θέματα αυτά διαπραγματεύονται στην αντιπαράθεση σε αυτό το τεύχος μεταξύ του Δρ. Ντέιβιντ Χήλυ (David Healy), Διευθυντή της Ψυχιατρικής Υπηρεσίας της Βόρειας Ουαλλίας και γνωστό σχολιαστή για θέματα φαρμακευτικής βιομηχανίας, και του Δρ. Μάικλ Θέις (Michael Thase), καθηγητή Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ και συγγραφέα μιας μετα-ανάλυσης για την αποτελεσματικότητα της βενλαφαξίνης που δημοσιεύτηκε σε αυτό το περιοδικό το 2001.

ΥΠΕΡ
Για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα πρέπει να είναι σαν να τουφεκάς χρυσόψαρα στην γυάλα.  Επισκέπτομαι ένα διεθνές επιστημονικό συνέδριο, περιμένω τους ψυχιάτρους να βγουν έξω από τις αίθουσες φορτωμένοι με στυλό, κούπες, δίσκους και χαρταετούς, χαλαρωμένους σαν να τους κάνανε μασάζ ή να τους τελείωσαν την προσωπογραφία και ρωτώ: Όλα αυτά σας επηρεάζουν; Η απάντηση είναι σταθερή: Όχι.  Πώς θα έχουν όλα αυτά κάποια επίδραση πάνω μας;  Ακολουθούμε την επιστημονική τεκμηρίωση.
Ανταλλαγές σαν και αυτή στηρίζονται στην αποτυχία από πλευράς κλινικών ιατρών να κάνουν διάκριση μεταξύ των πωλήσεων και του μάρκετινγκ.  Το τμήμα πωλήσεων είναι η υποομάδα του τμήματος μάρκετινγκ υπεύθυνη για την παραγωγή όλων αυτών των πραγμάτων που αποτυγχάνουν να επηρεάσουν τους κλινικούς ιατρούς, από διαφημίσεις σε περιοδικά ή πάνω σε στυλούς και κούπες έως και τηλεοπτικό χρόνο για άμεση ενημέρωση του καταναλωτή.  Το τμήμα πωλήσεων ενεργοποιείται λίγο πριν την εισαγωγή ενός φαρμάκου στην αγορά.  Αλλά το τμήμα μάρκετινγκ αρχίζει να ενεργοποιείται από την στιγμή της ανακάλυψης ενός φαρμάκου.  Το τμήμα μάρκετινγκ αποφασίζει εάν  το νέο φάρμακο θα είναι ένα αντικαταθλιπτικό αντί ενός αγχολυτικού ή μιας θεραπείας για την πρόωρη εκσπερμάτιση.  Το τμήμα μάρκετινγκ θα αποφασίσει ποια περιοδικά θα επιλεχθούν και ποιες κλινικές μελέτες με κορυφαίους συγγραφείς θα δημοσιευτούν σε αυτά.  Το τμήμα μάρκετινγκ επιστρατεύει πανεπιστημιακούς, όπως γενετιστές, ειδικούς της νευροαπεικόνισης και ψυχιάτρους, για παροχή συμβουλών και παρουσία σε στρογγυλές τράπεζες, και έτσι δημιουργεί φίλους για την εταιρεία.  Το τμήμα μάρκετινγκ υποστηρίζει εκπαιδευτικές δράσεις εντάσσοντας σε αυτές δορυφορικά συμπόσια,  υποστηρίζοντας ομιλητές με χορηγίες και μεταφέροντας ψυχιάτρους σε διεθνή συνέδρια.  Η δουλειά των τμημάτων μάρκετινγκ είναι να δημιουργούς «τεκμηρίωση» και να διαμορφώνουν πλειοψηφούσες απόψεις.
Την χρονιά που μας πέρασε τα μεγαλύτερα περιοδικά εξέφρασαν την ανησυχία τους για το θέμα της συγγραφής εργασιών με όνομα όμως άλλου συγγραφέα, καθώς και για την σύγκρουση συμφερόντων που περιβάλλουν τις φαρμακευτικές μελέτες, ειδικότερα στην ψυχιατρική (Carpenter, 2002; Torrey, 2002).  Κάποιος θα μπορούσε να τα δει όλα αυτά ως μια συλλογή ελάσσονος κριτικής σε μια κατά τα άλλα λειτουργική συλλογή σχέσεων μεταξύ της ακαδημαϊκής κοινότητας και της βιομηχανίας.  Άλλοι βλέπουν ξεκάθαρα αυξανόμενη στοιχειοθέτηση κάποιων πέραν πάσης υποψίας διαστάσεων μιας πολύ επιτυχημένης βιομηχανικής διαδικασίας.
Οι απαρχές της βιομηχανικής αυτής διαδικασίας εντοπίζονται στην δεκαετία του 1950, όταν η πρόσβαση των ασθενών στα νέα φάρμακα περιοριζόταν από ένα σύστημα αρχικά σχεδιασμένο για εξαρτημένους: φάρμακα μόνο με συνταγογράφηση.  Το όφελος στο τομέα της ασφάλειας ήταν αυτό που έλπιζαν με αντάλλαγμα τον περιορισμό των ελευθεριών – οι ιατροί θα γνώριζαν ποια δεδομένα απουσίαζαν και τι μελέτες θα έπρεπε να γίνουν για την κατάλληλη αξιολόγηση των οφελών και των κινδύνων, και θα υποχρέωναν τις βιομηχανίες θα παρέχουν τόσο τα δεδομένα όσο και τις μελέτες.  Το σύστημα φαινόταν να δουλεύει όταν, μετά την κρίση της θαλιδομίδης, οι πανεπιστημιακοί πέτυχαν, με την μορφή των τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών, να βάλουν την τρύπα της βελόνας μπροστά από την καμήλα των βιομηχανιών (Healy, 2002).
Όμως, κανείς δεν περίμενε ότι περιοριζόμενες να πουλάνε τα φάρμακά τους για συγκεκριμένες διαταραχές και νοσήματα προς τους ιατρούς, οι εταιρείες θα πουλούσαν τις ίδιες τις διαταραχές και τα νοσήματα και θα αφιέρωναν μεγάλα ποσά στην επιμόρφωση των ιατρών – περίπου 10.000 λίρες Αγγλίας ανά έτος και ιατρό.  Λίγοι θα μπορούσαν να περιμένουν στην δεκαετία του 1960 ότι οι εταιρείες θα μπορούσαν να διακινούν στην αγορά τεκμηρίωση των αποτελεσμάτων των θεραπειών από λίγες μελέτες, όπως στην περίπτωση των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης, ως στοιχειοθέτηση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητάς τους, ή ότι τέτοια τεκμηρίωση θα ήταν αρκετή να μετατρέψει τα φάρμακα αυτά σε εξαιρετικά ευπώλητα.
Η ικανότητα των εταιρειών να αχρηστεύουν τις προσδοκίες όσων θέλουν να τις περιορίσουν οφείλεται σε μια αναδόμησή τους που επιτεύχθηκε κυρίως στην δεκαετία του 1970.  Η αναδόμηση αυτή οδήγησε σε μια διάκριση μεταξύ των τμημάτων πωλήσεων και μάρκετινγκ.  Οδήγησε στην ίδρυση εταιρειών ερευνών, που υποκατέστησαν τα πανεπιστήμια ως διοργανωτές των κλινικών δοκιμών.  Οδήγησε στην δημιουργία εταιρειών συγγραφής ιατρικών δοκιμίων που τώρα γράφουν τα πρώτα, και συχνά όλα τα πρωτόλεια των κρίσιμων ανασκοπήσεων ή των άρθρων που αναφέρονται σε κλινικές μελέτες.  Αυτή είναι μια διαδικασία στην οποία οι κορυφαίοι ακαδημαϊκοί συμβάλλουν περισσότερο διακοσμητικά παρά ουσιαστικά.
Από αυτές τις νέες αναδιατάξεις προέρχεται η τεκμηρίωση  για την οποία οι κλινικοί ιατροί φαίνεται να πιστεύουν ότι τους κρατά ασφαλείς στο ακαδημαϊκό έδαφος.  Όμως ανάμεσα στην συλλογή των δεδομένων από κλινικές δοκιμές και στην παρουσίασή τους στους κλινικούς ιατρούς υπάρχουν κάποιες κρίσιμες παρεμβάσεις.  Πρώτα οι εταιρείες θεωρούν ότι τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών είναι ιδιοκτησία τους.  Μόνο υποομάδες των δεδομένων αυτών παρουσιάζονται στους κλινικούς ιατρούς.  Έπειτα, η επιλογή των δεδομένων βαφτίζεται ως επιστήμη και εμφανίζεται στα περιοδικά εκείνα με το μεγαλύτερο κύρος και με την εμφανή θέση ως συγγραφέων κορυφαίων επιστημόνων του χώρου.  Όλο αυτό έχει την εμφάνιση επιστήμης, αλλά στην πραγματικότητα είναι το αυγό του κούκου στην φωλιά της επιστήμης.
Για να είναι τα δεδομένα επιστημονικά αυτά θα πρέπει να είναι διαθέσιμα προς εξέταση.  Το ιδανικό θα ήταν να δημιουργούνταν με την διαδικασία της απάντησης επιστημονικών ερωτήσεων.  Από αυτές τις ασκήσεις στον χώρο των επιχειρήσεων δεν ικανοποιείται καμία προϋπόθεση.  Εάν υπήρχαν υποψίες ή σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των συλλεγέντων και των δημοσιευμένων δεδομένων, τότε κάποιος θα περίμενε από το ανεξάρτητο ακαδημαϊκό κατεστημένο να εναντιωθεί.  Τουλάχιστον, θα περίμενε κανείς τα δημοσιευμένα στοιχεία των μεγάλων διαφοροποιήσεων να γίνονταν δεκτά με την απαγκίστρωση των πανεπιστημιακών  από τα στρογγυλά τραπέζια των εταιρειών.  Στην πραγματικότητα, οι πιο σεβάσμιες φιγούρες  της πανεπιστημιακής κοινότητας είναι πιθανό να βρεθούν να υποστηρίζουν το προϊόν.
Το να δηλώνεται ότι υπάρχει ιδιοκτησία των δεδομένων αυτών μπορεί να είναι αποδεκτό εάν οι εταιρείες περιορίσουν τα τμήματα μάρκετινγκ σε αποδεκτές με το πέρασμα του χρόνου στρατηγικές πωλήσεων των δωρεάν παροχών στους κλινικούς ιατρούς και στην υποστήριξη των πιο διάσημων από αυτούς.  Θα περίμενε όμως κάποιος να δρα ένα ανεξάρτητο πανεπιστημιακό κατεστημένο να υποχρεώνει τις εταιρείες να λειτουργούν με τους κανόνες της επιστήμης, εάν η «επιστήμη» χρησιμοποιείται ως στρατηγική μάρκετινγκ.  Οι ακαδημαϊκοί θα πρέπει βέβαια να είναι τουλάχιστον ικανοί να προσομοιώνουν με επιτυχία τις οργανώσεις καταναλωτών στο να καταδεικνύουν τις αναντιστοιχίες μεταξύ της τεκμηρίωσης και των υπερβολών – τουλάχιστον αυτό ήταν ξεκάθαρα η προσδοκία των πολιτικών, των υπηρεσιών και του κοινού στην δεκαετία του 1960.
Σε αντίθεση με τους στυλούς και τις κούπες, οι κλινικοί ιατροί δεν έχουν την επιλογή να πάρουν ή να μην πάρουν αυτά τα προϊόντα των τμημάτων μάρκετινγκ των εταιρειών.  Το γεγονός ότι αυτή η διαφημιστική πληροφόρηση εμφανίζεται σε όλα τα καλύτερα περιοδικά έχει συνέπειες.  Το γεγονός ότι όλα αυτά τα δεδομένα ενσωματώνοναι σε αλγόριθμους και πρωτόκολλα που δημιουργούνται από στρογγυλά τραπέζια ακαδημαϊκών έχει συνέπειες, ακόμα και όταν τα ενδιαφέροντα αυτών των πανεπιστημιακών, όταν εξετάζονται εξονυχιστικά, είναι αποκαλυπτικά.  Οι κλινικοί ιατροί είναι το ίδιο εξαρτώμενοι από τους ακαδημαϊκούς σε αυτή την νέα αγορά εργασίας όσο είναι εξαρτώμενο το κοινό από τους κλινικούς ιατρούς.
Αυτή την στιγμή, οι αρχισυντάκτες των περιοδικών φαίνεται να είναι οι φίλοι μας οι οποίοι, εφοδιασμένοι με τα φτυάρια των δηλώσεων ενδιαφερόντων (interest statements) και τις δηλώσεις των συγγραφέων, αναμένεται να καθαρίσουν τους στάβλους του Αυγεία από την αυξανόμενα συμβιβασμένη ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, όταν αυτό που χρειάζεται είναι ένα ρήγμα στην ακαδημαϊκή σιωπή και μια πλημμύρα αρνήσεως δημοσιεύσεων εκείνων που περιλαμβάνουν δεδομένα τα οποία, ενώ δεν είναι δημοσίως διαθέσιμα θέλουν να καλούνται επιστημονικά.  Η αποτυχία μας να πάρουμε θέση θα μας αφήσει επανειλημμένα να κάνουμε τον κούκο σε κάθε νέο τεύχος των μεγάλων περιοδικών.
Ντέιβιντ Χήλυ (David Healy)
 Τμήμα Ψυχολογικής Ιατρικής Βορείου Ουαλλίας,
Hergest Unit,
Μπάνγκορ Ουαλλίας LL57 2PW, Μεγάλη Βρεττανία

ΚΑΤΑ
Η ακαδημαϊκή ψυχιατρική δεν είναι προς πώληση.  Όμως το αποτέλεσμα της εργασίας των ακαδημαϊκών ψυχιάτρων, όπως αυτό των οικοδόμων, των υδραυλικών ή των μηχανικών ανταλλάσσεται με χρήμα καθημερινά και παντού.
Στις ΗΠΑ τουλάχιστον, δεν μπορεί ουσιαστικά να υπάρξει καμία ενδοπανεπιστημιακή υποστήριξη που να εγγυηθεί την έρευνα και όλο και περισσότερο οι εξωτερικοί πόροι είναι αναγκαίοι. Η φαρμακευτική βιομηχανία είναι μια σχετικά συνεπής πηγή χρηματοδότησης – εάν ο ερευνητής είναι πρόθυμος να μελετήσει ένα θέμα που ενδιαφέρει τον εν δυνάμει χορηγό.  Αυτό είναι προτιμότερο από την υποδούλωση με σύμβαση χρόνου.  Όμως, η έρευνα που χρηματοδοτείται από τις βιομηχανίες θεωρείται παγκοσμίως από τους πανεπιστημιακούς ως μειωμένου κύρους ή λιγότερο σημαντική – πέρα από το ότι οι ευκαιρίες για συγγραφή τέτοιων εργασιών είναι περιορισμένες, οι εργασίες αυτές λαμβάνουν μικρότερη βαθμολογία στην αντικειμενικότητα ή την ποιότητά τους (Rochon et al, 1994, 2002). Κατά συνέπεια, πολλές άλλες ακαδημαϊκές δραστηριότητες θα αποδώσουν θετικότερα στην καριέρα των πανεπιστημιακών.
Θα πρέπει να επιτρέπεται στους πανεπιστημιακούς να πουλάνε τις υπηρεσίες τους στην φαρμακευτική βιομηχανία;  Η συζήτηση για το θέμα αυτό μπορεί να καθοδηγηθεί από κατεστημένες ηθικές και νομικές αρχές.  Στο πιο σαφές και κατηγορηματικό επίπεδο, αν οι όροι της σύμβασης εργασίας μεταξύ του πανεπιστημιακού και του ιδρύματός του απαγορεύουν την συνεργασία με την φαρμακευτική βιομηχανία, ο ακαδημαϊκός θα πρέπει να απαιτήσει ένα νέο συμβόλαιο με τον εργοδότη του πριν ξεκινήσει μια τέτοια συνεργασία.  Εάν αυτές οι υπηρεσίες δεν είναι έκνομες, τότε δεν υπάρχει νομικό πρόβλημα.
Οι πανεπιστημιακοί που συνεργάζονται με την φαρμακευτική βιομηχανία μπορεί να υποστούν κριτική με βάση το ηθικό τους ή την ηθική.  Το υψηλό ηθικό μετατρέπεται όμως σε ολισθηρή πλαγιά εάν οι κρίσεις για την αξία εκληφθούν λανθασμένα ως προτυποποιήσεις ηθικής.  Κάποιος θα μπορούσε να λάβει υπ’ όψη του ότι η συνεργασία ενός συναδέλφου με την φαρμακευτική βιομηχανία αντανακλά απληστία, ενώ ένας άλλος μπορεί να έκρινε την κριτική ως ζηλόφθονη και υποκριτική.  Είναι η απληστία κληρονομικά χειρότερη από την ζηλοφθονία;  Δείχνει χαμηλό ηθικό για έναν πανεπιστημιακό το να δουλεύει για την φαρμακευτική βιομηχανία;  Εάν κάποιος αποδεχθεί την συμπεριφορά χαμηλού ηθικού ως παραβίαση των αποδεκτών ή κατεστημένων αρχών της καλωσύνης (δηλ. επιλέγοντας μεταξύ των συμφωνημένων ορισμών του σωστού και του λάθους) τότε η απάντηση θα πρέπει να είναι «Όχι»!
Οι συνεργασίες μεταξύ πανεπιστημιακών ερευνητών και διαφόρων βιομηχανιών υπάρχουν σε διάφορες ειδικότητες.  Μάλιστα, περισσότερες από τις μισές κλινικές ερευνητικές δραστηριότητες χρηματοδοτούνται από την φαρμακευτική βιομηχανία (Saver et al, 2002).  Θα ήταν δύσκολο να δημιουργηθούν και να διατηρηθούν τέτοιες ικανότητες ειδικών χωρίς σε κάποιον βαθμό, να εργαστούν αυτοί με φαρμακοβιομηχανίες.  Στην πραγματικότητα, η συντριπτική πλειονότητα των ειδικών που επιλέχτηκαν να δημιουργήσουν οδηγίες για την άσκηση επαγγέλματος των κλινικών ιατρών έχουν κάποιες οικονομικές σχέσεις με την φαρμακευτική βιομηχανία, περιλαμβανομένων και κάποιων από τα φάρμακα που αξιολογήθηκαν με εφαρμογή των οδηγιών αυτών (Choudhry et al, 2002).  Είναι αυτή μια αποκάλυψη σοκαριστική;  Όχι – οι πανεπιστημιακοί επιλέγονται να εργαστούν σε στρογγυλές τράπεζες για οδηγίες ακριβώς εξαιτίας της εμπειρίας τους, η οποία τυπικά περιλαμβάνει εμπειρία στην διεξαγωγή κλινικής έρευνας υπό την χορηγία των βιομηχανιών.  Είναι αυτά στοιχεία για το ότι είμαστε υπό κατάληψη;  Όχι – απλά, η φαρμακευτική βιομηχανία είναι ουσιαστικά η μόνη πηγή ανακάλυψης και ανάπτυξης νέων θεραπευτικών χημικών ενώσεων.
Σε αυτήν την εποχή των περιορισμών των δαπανών της κυβέρνησης για την υγεία και την περίθαλψη, πολλοί είναι δικαιολογημένα επικριτικοί για τα κέρδη των μεγάλων φαρμακοβιομηχανιών, αλλά με το να υποδεικνύουν ότι είναι λανθασμένη η συνεργασία με τη βιομηχανία, διότι είναι κερδοφόρα (Anonymous, 2002) φαίνεται να συγχέεται η προσωπική άποψη με το ήθος. Άλλωστε, στην ίδια αυτή βιομηχανία επιτρέπεται να αγοράζει διαφημιστικό χώρο στα περιοδικά μας.
Δεν είναι ανήθικη η αμοιβή για συμβουλευτικές υπηρεσίες, ή η διεξαγωγή έρευνας που να χρηματοδοτείται από φαρμακευτικές εταιρείες. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι είναι ανήθικο να αρνηθούμε την εμπειρία μας στη βιομηχανία που αναπτύσσει νέες θεραπείες. Εάν η εργασία εκτελείται, αλλά η προοπτική της λήψης χρηματοδότησης από την βιομηχανία θεωρείται πολύ ειδεχθής, τότε το εισόδημα θα μπορούσε πάντα να δωρίζεται σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί «ηθική» η παροχή επαγγελματικών δωρεάν υπηρεσιών σε μια επιχείρηση με σκοπό το κέρδος (αν και εδώ ο όρος «ανόητο» έρχεται στο μυαλό).
Αφού διαπιστώθηκε ότι δεν είναι παράνομη, ανήθικη ή μειωτική για το ηθικό η συνεργασία με τη φαρμακοβιομηχανία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ορισμένοι ακαδημαϊκοί συμπεριφέρονται ανήθικα, ανέντιμα ή ακόμα και παράνομα σε αυτές τις σχέσεις, αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο κίνδυνος της επιστημονικής παραπτώματος στην κλινική έρευνα με χορηγό από την φαρμακοβιομηχανία είναι μεγαλύτερος από ότι στις πιο διάσημες ομοσπονδιακά χρηματοδοτούμενες μελέτες. Η πιθανότητα για συγκρούσεις συμφερόντων που αφορούν την βιομηχανία ενδημεί. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ακόμη και μια σχετικά μέτρια «ευνόηση» της φαρμακευτικής βιομηχανίας μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του ιατρού (Campbell et al, 1998; Smith, 1998; Wazana, 2000). Είναι επίσης αλήθεια ότι είναι πιο εύκολο να τεκμηριωθούν ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων όταν τα χρήματα αλλάζουν χέρια παρά όταν η σύγκρουση είναι σε ιδεολογικό ή προσωπικό επίπεδο (Kjaergard & Als-Nielsen, 2002)
Οι αντίστοιχες οδηγίες, προκειμένου να βοηθηθούν οι πανεπιστημιακοί να συμπεριφέρονται βάσει κανόνων ηθικής στις σχέσεις τους με τις φαρμακευτικές εταιρείες, εξελίσσονται συνεχώς. Επί του παρόντος, το πιο ευρέως αποδεκτό ηθικό πρότυπο είναι η διαφάνεια (π.χ. σαφής αναφορά των σχέσεων με τη φαρμακευτική βιομηχανία). Αυτό δεν είναι αλάνθαστο, όμως, και οι ανέντιμοι μπορούν απλά να πουν ψέματα για τη φύση και την έκταση των σχέσεών τους με τη βιομηχανία. Μπορούν εντίμως να συμβούν σφάλματα. Υπάρχει ένα σκιώδης όριο μεταξύ των προωθητικών ενεργειών που χρηματοδοτούνται από την βιομηχανία και εκείνων των ενεργειών που πληρούν τις προϋποθέσεις για την πίστωση με βαθμούς της διαρκούς ιατρικής εκπαίδευσης.
Υπάρχουν όμως και γκρίζες ζώνες και πολυπλοκότητες.  Παραδείγματος χάριν, μπορεί κάποιος να αξιολογεί μια εργασία που αναφέρεται σε ευρήματα μιας έρευνας για ένα φάρμακο,  όταν αυτός έχει λάβει χρηματοδότηση από μια εταιρία που κατασκευάζει ένα αντίπαλο φάρμακο; (Mowatt et al, 2002).   Τι θα συμβεί αν η χρηματοδότηση προερχόταν από μία εταιρεία που άλλοτε δεν είχε αλλά που έχει πλέον συγχωνευθεί με μια άλλη εταιρεία;  Τα ισχύοντα πρότυπα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για να κρίνουν τις δραστηριότητες που μπορεί να έχουν πραγματοποιηθεί πριν από δέκα χρόνια ή και παραπάνω. Στο «συναισθηματικά φορτισμένο» κλίμα του σήμερα, το να επισημαίνεις απλά μια σχέση με τη φαρμακευτική βιομηχανία δεν φαίνεται να είναι επαρκής λόγος για να αμφισβητηθούν τα αποτελέσματα μιας μελέτης.
          Ελπίζω ότι θα έρθουμε στα συγκαλά μας και θα ασκηθεί κάποια συλλογική καλή κρίση πριν αναπτυχθούν αυστηροί κανονισμοί ή αντιδραστικές πολιτικές για να διασφαλιστεί η ακεραιότητά μας.  Ακόμα και ένα ιδανικό σύστημα κανονισμών θα πρέπει να εξαρτάται από την ακεραιότητα του καθενός ερευνητή (Miller et al, 1998).  Υποδεικνύω ταπεινά ότι ο καθένας από εμάς θα πρέπει να έχει την ευθύνη της ακεραιότητάς του.  Προτείνω ότι οι πανεπιστημιακοί θα πρέπει να διατηρούν τα προϊόντα των χρηματοδοτούμενων από την βιομηχανία προσπαθειών τους ώστε να έχουν τα υψηλότερα πρότυπα δεοντολογίας.  Για το σκοπό αυτό, ενθαρρύνω τους συναδέλφους-αξιολογητές άρθρων στα περιοδικά να ερευνούν για πιθανά σφάλματα όταν τίθεται η υποψία τους.  Αν μια ομιλία στα πλαίσια συνεχιζόμενης επιμόρφωσης φαίνεται να είναι πολύ «μονόπλευρη», αμφισβητήστε τον ομιλητή και σχολιάστε τον αρνητικά.  Αγκαλιάζω το δικαίωμα του αναγνώστη να διαφωνεί και να σέβεται το ότι οι πανεπιστημιακοί ψυχίατροι μπορεί να αξιολογούν τελείως διαφορετικά τις προσπάθειες. Δέχομαι ότι ορισμένοι από τους αναγνώστες αυτού του περιοδικού θα υποθέσουν ότι η δουλειά μου είναι προκατειλημμένη επειδή έχω πολλούς δεσμούς με τη φαρμακευτική βιομηχανία . Παρακαλώ ωστόσο, μην εξακολουθείτε να συγχέετε τις κρίσεις σας για την αξία μου με την ηθική μου.
Μάικλ Θέις (Michael Thase)
Δυτικό Ψυχιατρικό Ινστιτούτο και Κλινική
Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ,
3811 Οδός Ο’ Χάρα, Πίτσμπουργκ, PA15213-2593, ΗΠΑ.


ΓΙΑ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
Anonymous (2002) Just how tainted has medicine become? Lancet, 359, 1167.
Campbell, E.G., Louis, K. S. & Blumenthal, D. (1998) Looking a gift horse in the mouth.  Corporate gifts supporting life sciences research. Journal of the American Medical Association, 279, 995-999.
Carpenter, W.T. (2002) From clinical trial to prescription. Archives of General Psychiatry, 59, 282-285.
Choudhry, N.K., Stelfox, H.T. & Detsky, A. S. (2002) Relationships between authors of clinical practice guidelines and the pharmaceutical industry. Journal of the American Medical Association, 287, 612-617.
Healy, D. (2002) The Creation of Psychopharmacology. Cambridge, MA: Harvard University Press.
Kjaergard, L. L. & Als-Nielsen, B. (2002) Association between competing interests and authors’ conclusions: epidemiological study of randomised clinical trials published in the BMJ. BMJ, 325, 249-252.
Miller, F.G., Rosenstein, D. L. & DeRenzo, G. (1998) Professional integrity in clinical research. Journal of the American Medical Association, 280, 1449-1454.
Mowatt, G., Shirran, L., Grimshaw, J.M., et al (2002) Prevalence of honorary and ghost authorship in Cochrane reviews. Journal of the American Medical Association, 287, 2769-2771.
Rochon, P.A., Gurwitz, J.H., Cheung,C.M., et al (1994) Evaluating the quality of articles published in journal supplements compared with the quality of those published in the parent journal. Journal of the American Medical Association, 272,108-113.
_ , Bero, L. A., Bay, A.M., et al (2002) Comparison of review articles published in peer-reviewed and throwaway journals. Journal of the American Medical Association, 287, 2853-2856.
Saver, J. L., Kidwell, C. S. & Starkman, S. (2002) Thrombolysis in stroke: it works! BMJ, 324, 727-729.
Smith, R. (1998) Beyond conflict of interest. BMJ, 317, 291-292.
Torrey, E. F. (2002) The going rate on shrinks. Big pharma and the buying of psychiatry. American Prospect, 15 July, 15-16.
Wazana, A. (2000) Physicians and the pharmaceutical industry: is a gift ever just a gift? Journal of the American Medical Association, 283, 373-380.