Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Αντικαταθλιπτικά και κύηση: ένα άρθρο, μία άποψη

Αντικαταθλιπτικά και κύηση: ένα άρθρο, μία άποψη

Η ψυχιατρική κοινότητα στην πλειονότητά της, όπως και κάθε αντίστοιχη ιατρική κοινότητα, είναι ιδιαίτερα προσεκτική με την εφαρμογή φαρμακευτικών θεραπειών.  Όντας στην ιατρική αυτή ειδικότητα πολλές φορές η αποτελεσματική και η μόνη λύση, οι ψυχίατροι οφείλουμε να έχουμε -και έχουμε- μια σχέση δυναμική με τα φάρμακα: τα παρακολουθούμε στενά μετά την κυκλοφορία τους, ευαισθητοποιούμαστε στις ανεπιθύμητες ενέργειές τους, μελετούμε τις δράσεις τους στο κάθε άτομο που τα λαμβάνει ξεχωριστά αλλά και σε ειδικές κατηγορίες πληθυσμού και ερευνούμε για το εάν απαιτούνται δυνητικά εναλλακτικές λύσεις.
Η εγκυμοσύνη είναι εξ ορισμού μια κατάσταση ιδιαίτερης ευαισθησίας και απαιτεί την ιδιαίτερη προσοχή μας τόσο για την μητέρα όσο και για το κύημα.  Οι μαιευτήρες-γυναικολόγοι τους θέλουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό ελεύθερους οποιαδήποτε φαρμακευτικής παρέμβασης, με λίγες φαρμακευτικές ουσίες να έχουν κριθεί απολύτως ασφαλείς.  Τι συμβαίνει όμως όταν η μητέρα πάσχει από μια οποιαδήποτε σωματική ή ψυχική διαταραχή, της οποίας η αντιμετώπιση απαιτεί την φαρμακευτική μας παρέμβαση;  Με πόση σοβαρότητα οι ιατροί αντιμετωπίζουν την κατάσταση και πώς λαμβάνουν αποφάσεις για την ζωή της μητέρας και του εμβρύου;  Πως κρίνει και παίρνει αποφάσεις ένας ιατρός ανάμεσα στην ανάγκη της μέγιστης ασφάλειας των ανθρώπων που παρακολουθεί και στην αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας της μητέρας;
Η κατάθλιψη στην εγκυμοσύνη αποτελεί μια από τις δυσκολότερες λυδίες λίθους ενός ψυχιάτρου, που θα κληθεί να πάρει μια εξαιρετικά κρίσιμη απόφαση για το έμβρυο και την μητέρα του.  Εάν μια γυναίκα πάσχουσα από μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο αφεθεί χωρίς φαρμακοθεραπευτική παρέμβαση, δεν θα ακολουθεί τις οδηγίες του γυναικολόγου της για το πως θα προσέχει τον εαυτό της και το έμβρυό της, δεν θα τρώει και θα κοιμάται σωστά, και τελικά θα εκτίθεται σε ψυχοπίεση η οποία με την σειρά της εκθέτει το έμβρυο σε βλαπτικά επίπεδα ορμονών και νευρομεταβιβαστών.  Το χειρότερο, για την αντιμετώπιση της κατάστασης, μερικές κυοφορούσες στρέφονται στα οινοπνευματώδη και το κάπνισμα.  Οι κίνδυνοι για την συνέχιση της εγκυμοσύνης έχουν επισημανθεί (αυτόματες αποβολές, προεκλαμψία, καθυστέρηση ανάπτυξης του εμβρύου, ανωμαλίες του πλακούντα, πρόωροι τοκετοί, περιγεννητικές επιπλοκές).  Αν πάλι μια γυναίκα πάσχουσα από κατάθλιψη μείνει έγκυος και θελήσει να διακόψει την αγωγή της, τότε ο κίνδυνος υποτροπής της διαταραχής κατά την διάρκεια της κύησης είναι αποδεδειγμένα μεγάλος.
Από την άλλη πλευρά όμως η χορήγηση αντικαταθλιπτικών στην διάρκεια της κύησης δεν είναι απολύτως ακίνδυνη.  Η πλειονότητα των μαιευτήρων-γυναικολόγων δεν θα αισθάνεται καλά με την χορήγηση οποιουδήποτε φαρμάκου στο πρώτο τρίμηνο της κύησης για τον φόβο διαμαρτιών (ανωμαλιών) της διάπλασης του εμβρύου, ενώ στο τρίτο τρίμηνο της κύησης ο πρόωρος τοκετός δεν είναι εντελώς απίθανο να συμβεί.  Ταυτόχρονα, στο νεογνό περιγράφονται τόσο νεογνικό στερητικό σύνδρομο από αντικαταθλιπτικά (το οποίο όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί στα πλαίσια του μαιευτηρίου), όσο και το σπανιότερο αλλά σοβαρότερο σύνδρομο εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης (για το οποίο όμως δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά με βάση τις έρευνες που γίνονται ότι η λήψη αντικαταθλιπτικών από την μητέρα προκαλεί το σύνδρομο στο νεογνό).
Η Μάργκαρετ Σπινέλλι είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Κλινικής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή (College of Physicians and Surgeons) του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης και Ερευνήτρια Ψυχίατρος στο Πολιτειακό Ψυχιατρικό Ινστιτούτο της Νέας Υόρκης.  Διευθύνει στο Πανεπιστήμιο το Πρόγραμμα Γυναικών στην Ψυχιατρική και έχει βραβευθεί πολλές φορές από το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ για τις έρευνές της στο θέμα της κατάθλιψης στην εγκυμοσύνη.   Με αφορμή μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στο έγκριτο περιοδικό American Journal of Psychiatry και αφορούσε τις έρευνες για την ύπαρξη σχέσης ή μη μεταξύ της εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού και της λήψης από την μητέρα κατά την κύηση αντικαταθλιπτικού της κατηγορίας των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), η Μ. Σπινέλλι έγραψε ένα άρθρο σχολιασμού που αξίζει να διαβαστεί για το με πόση προσοχή διατυπώνεται μια τεκμηριωμένη επιστημονική άποψη για ένα τόσο λεπτό θέμα.  Υπ' όψη ότι αυτό το άρθρο δεν αποτελεί θεραπευτική συμβουλή για μια γυναίκα με κατάθλιψη ή διαταραχές άγχους στην κύηση: γι' αυτήν μονόδρομος είναι η αξιολόγησή της τόσο από τον μαιευτήρα-γυναικολόγο της όσο και από τον ψυχίατρό της – κάθε γυναίκα, όπως και κάθε ασθενής, είναι μια ξεχωριστή περίπτωση και ένα ιδιαίτερο, μοναδικό περιστατικό με τις δικές του ανάγκες.


Η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης
Της Μάργκαρετ Σπινέλλι - Am J Psychiatry 169:2, February 2012 : 121-4

Στις ΗΠΑ, ένα πρόγραμμα συμπεριφορικής ψυχικής υγείας εξωτερικών ασθενών αποφάσισε πρόσφατα ότι δεν θα επιτρέπονταν στους ψυχίατρους να συνταγογραφήσουν αντικαταθλιπτικά στις κυοφορούσες επειδή το ίδρυμα χρηματοδότησης είχε αποφασίσει ότι ο κίνδυνος ήταν πολύ υψηλός.  Ως ψυχίατρος εξειδικευμένη στην θεραπεία γυναικών κατά την περιγεννητική περίοδο, είμαι μια από τους πολλούς ψυχιάτρους που συχνά θα πρέπει να αποφασίσω αν θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν φάρμακα ή όχι για να αντιμετωπιστεί η κατάθλιψη στις κυοφορούσες γυναίκες.
Αυτή την στιγμή, η ιατρική βιβλιογραφία περιέχει μελέτες εκβάσεων για πάνω από είκοσι χιλιάδες κυήσεις γυναικών που έλαβαν τότε αντικαταθλιπτικά (1).  Η βιβλιογραφία βοηθά στην αναγνώριση των πιθανών αποτελεσμάτων της έκθεσης αυτής στην έκβαση της κύησης.  Εκείνα τα αποτελέσματα των μελετών που δείχνουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων γεγονότων κατά την κύηση ή τον τοκετό συχνά δημοσιοποιούνται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, γεγονός το οποίο προκάλεσε την άρνηση πολλών γυναικών να δεχτούν φαρμακευτική αγωγή.  Ορισμένες νομικές εταιρείες στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν αυτή την πληροφορία για να προκαλούν νομικές εμπλοκές.  Πολλοί κλινικοί ιατροί ακούνε τις θετικές μελέτες συσχέτισης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή βλέπουν διαφημίσεις από νομικές εταιρείες, παρακολουθούν τις περιλήψεις στην ιατρική βιβλιογραφία, και μπορεί να συμπεραίνουν ότι οι κίνδυνοι της φαρμακευτικής αγωγής για την μητέρα και το έμβρυο είναι μεγαλύτεροι σε σχέση με τα πιθανά οφέλη.  Όμως, οι αρνητικές μελέτες συσχέτισης τυγχάνουν ελάχιστης προσοχής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Οι κλινικοί ιατροί που συνταγογραφούν μια φαρμακευτική θεραπεία έχουν καθήκον να γνωρίζουν όλες τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπευτικής αγωγής.  Οι κλινικοί ιατροί επίσης είναι υπεύθυνοι για την πληροφόρηση των ασθενών τους και την κατανόηση των κινδύνων και τα οφελημάτων όλων των θεραπευτικών επιλογών, περιλαμβανομένης και της επιλογής να μην υπάρξει φαρμακευτική αντιμετώπιση.  Υπάρχουν σημαντικές αποδείξεις για το ότι η απόφαση της μη συνταγογραφήσεως αντικαταθλιπτικών σε μια γυναίκα που έχει κατάθλιψη ή που είναι πιθανό να έχει υποτροπή της διαταραχής αυτής κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερους κινδύνους στην γυναίκα και στο έμβρυο σε σχέση με τους κινδύνους έκθεσης στην φαρμακευτική αγωγή (2–10).  Η έρευνα τόσο για τα αποτελέσματα της έκθεσης σε αντικαταθλιπτικά όσο και για την επίδραση της κατάθλιψης, τόσο υπό αγωγή όσο και χωρίς αγωγή, στην έκβαση της κύησης, θα πρέπει να συνεχιστεί.  Όμως, εξαρτάται από εμάς που διεξάγουμε αυτές τις έρευνες, όπως και από τα ιατρικά περιοδικά που δημοσιεύουν τις έρευνές μας, να ξεκαθαρίσουν την σημασία και τους περιορισμούς της βάσει αποδείξεων έρευνάς μας τόσο για τους υπόλοιπους κλινικούς ιατρούς όσο και για τις γυναίκες τις οποίες αντιμετωπίζουν.  Τελικά, η κλινική μας κρίση για τα συνολικά οφέλη και κινδύνους, έχοντας την ενημέρωση από μια λεπτομερή μελέτη με κριτική ματιά της ιατρικής βιβλιογραφίας, χρειάζεται να γίνει αντικείμενο επικοινωνίας με τον καθένα που εμπλέκεται: με τις ασθενείς, τις οικογένειές τους και με τους υπόλοιπους ιατρούς που εμπλέκονται στην ιατρική μέριμνα των γυναικών που κυοφορούν.
Εξαιτίας ηθικών ανησυχιών, οι προοπτικές ελεγχόμενες κλινικές θεραπευτικές μελέτες με βάση τον χρυσό κανόνα δεν περιλαμβάνουν κυοφορούσες γυναίκες.  Οι περισσότερες μελέτες για την χρήση φαρμάκων κατά την κύηση είναι αναδρομικές και μπορεί να βασίζονται σε βάσεις δεδομένων συνταγογράφησης, υπηρεσίες καταγραφής διαμαρτιών, ληξιαρχεία καταγραφής γεννήσεων ή αρχεία συγγενών διαμαρτιών στο γενικό πληθυσμό.  Λίγα είναι γνωστά σε αυτές τις μελέτες για την πραγματική δοσολογία και τον χρόνο έκθεσης κατά την κυοφορία, την χρήση άλλων φαρμάκων, συνταγογραφούμενων ή μη, ή την παθολογική ή ψυχιατρική κατάσταση της μητέρας.
Οι επιλεγμένες εκ γενετής ανωμαλίες συχνά διαφέρουν από μελέτη σε μελέτη, ενώ τα ευρήματα σπανίως επαναλαμβάνονται.  Μια θεμελιώδης αρχή είναι ότι οι εκθέσεις σε τερατογόνα επάγουν ειδικούς τύπους διαμαρτιών και δεν αυξάνουν τις επιπτώσεις όλων των διαμαρτιών.  Η έλλειψη συμβατότητας μεταξύ των μελετών αναφορικά με ειδικά φάρμακα και ειδικές διαμαρτίες  κάνει δύσκολο για τους ιατρούς να μεταφράσουν τα ευρήματα αυτά στην κλινική πράξη.  Εάν τα αντικαταθλιπτικά είναι τερατογόνα, τότε θα περιμέναμε να δούμε παρόμοια ευρήματα για παρόμοιες εκθέσεις σε φάρμακα σε όλες τις μελέτες (11).  Αλλά τέτοιοι τύποι έκθεσης & επιπτώσεων είναι σπάνιοι στην τρέχουσα βιβλιογραφία.
Ενώ πολλές μελέτες έχουν αντικρουόμενες εκβάσεις, η έμφαση συνήθως δίνεται σε αυτές με θετικά ευρήματα, ενώ οι αρνητικές μελέτες παραβλέπονται.  Οι Occhiogrosso και συνεργάτες σε μια ανασκόπηση σε αυτό το τεύχος του περιοδικού μας (12), περιγράφουν τα ισχυρά και αδύνατα σημεία έξι μελετών στην συσχέτιση μεταξύ προγεννητικής έκθεσης στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (selective serotonin reuptake inhibitors, SSRIs) και της εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού (persistent pulmonary hypertension of the newborn, PPHN).  Τρεις μελέτες δεν βρήκαν συσχέτιση μεταξύ της εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού και των SSRIs.  Από τις τρεις μελέτες που ανέδειξαν συσχετίσεις, δύο μελέτες εξέτασαν την ίδια βάση δεδομένων πληθυσμού, εισάγοντας πρόσθετες πρόσφατες γεννήσεις.  Εξεταζόμενες ταυτόχρονα, οι έξι μελέτες αναγνώρισαν συνολικά πενήντα βρέφη εκτεθειμένα στους SSRIs με εμμένουσα πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού μεταξύ περίπου 25.000 βρεφών με έκθεση στους SSRI, αριθμός μικρότερος από τον υπολογιζόμενο αριθμό στον γενικό πληθυσμό.
Τα ευρήματα θα πρέπει να ερμηνευτούν στο πλαίσιο του υπάρχοντος 3% βασικού (baseline) ποσοστού των διαμαρτιών της διάπλασης (13).  Με αναφορά στους υπολογισμούς εκτίμησης κινδύνου, οι ειδικές διαμαρτίες είναι σπάνιες και οι απόλυτοι κίνδυνοι είναι σχετικά μικροί (14).  Παραδείγματος χάριν, ο βασικός επιπολασμός για τις διαμαρτίες αποφράξεως ροής της δεξιάς κοιλίας υπολογίζεται σε 5,5 περιπτώσεις ανά 10.000 γεννήσεις – κατά συνέπεια, αν ένας συγκεκριμένος SSRI αυξάνει τον κίνδυνο εις διπλούν, ο κίνδυνος να έχουμε ένα προσβλημένο παιδί θα ήταν μόνο 0,1%.  Οι μελέτες θα πρέπει να αναφέρουν απόλυτους κινδύνους και να τους ερμηνεύουν με κάποιον τρόπο που να έχει νόημα τέτοιο έτσι ώστε οι κλινικοί ιατροί να μπορούν να το καταλάβουν και να το μεταδώσουν στους ασθενείς τους.
Ενώ οι συλλογές δεδομένων μπορεί να παρέχουν πληροφόρηση για τις συνταγές, δεν είναι ξεκάθαρο εάν η φαρμακευτική αγωγή λαμβανόταν στην πραγματικότητα από την μητέρα.  Οι  Petersen και συνεργάτες (15) παρατήρησαν ότι η εγκυμοσύνη ήταν ένας μείζων καθοριστικός παράγοντας στην διακοπή της αντικαταθλιπτικής φαρμακευτικής αγωγής, και οι περισσότερες γυναίκες δεν λαμβάνουν περαιτέρω αντικαταθλιπτικές φαρμακευτικές αγωγές πέραν της έκτης εβδομάδας κυήσεως.
Εκτός αυτών, άλλα προβλήματα αφορούν την ανεπαρκή ισχύ και ανικανότητα να διαχωριστεί η χρήση των SSRI από τις επιδράσεις της προγεννητικής κατάθλιψης.  Σε μια πρόσφατη   κλινική μελέτη ασθενών-μαρτύρων που είχε ευρεία προβολή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (16), οι συγγραφείς πρότειναν μεγαλύτερο ποσοστό διαταραχών αυτιστικού φάσματος στα παιδιά είκοσι μητέρων που ελάμβαναν SSRIs την χρονιά πριν και κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.  Πέρα όμως από το γεγονός ότι ο αριθμός των περιστατικών ήταν μικρός, η μελέτη δεν έλεγξε στην αρχή της μελέτης τις μητέρες για την ύπαρξη κάποιας ψυχιατρικής διαταραχής, παρόλο που η συσχέτιση μεταξύ ψυχιατρικών διαταραχών και του φάσματος του αυτισμού είναι ισχυρά τεκμηριωμένη (17).  Οι διαταραχές του αυτιστικού φάσματος είναι κληρονομούμενες, αλλά οικογενές γενετικό φορτίο δεν αναφέρθηκε.  Εκτός αυτού, δεν αναφέρθηκαν δεδομένα υποκείμενου παθολογικού νοσήματος, η χρήση παράνομων ουσιών, η χρήση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων, το καπνιστικό ιστορικό ή η κατάχρηση οινοπνευματωδών.
Οι μελέτες συχνά περιορίζονται από αναλύσεις δεν είναι προσαρμοσμένες σε συγχυτικές μεταβλητές όπως το κάπνισμα και ο αλκοολισμός.  Για παράδειγμα, ένα άλλο πρόσφατο άρθρο (18)  υπέδειξε ότι η λήψη φλουοξετίνης και παροξετίνης κατά την διάρκεια της κύησης αυξάνει τον κίνδυνο για διαμαρτίες της καρδιάς και η λήψη σιταλοπράμης κατά την διάρκεια της κύησης αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης δισχιδούς ράχης σε βρέφη εκτεθειμένα στα φάρμακα αυτά σε σχέση με βρέφη μη εκτεθειμένα σε αυτό το φάρμακο.  Όμως οι συγγραφείς βρήκαν επίσης ότι οι μητέρες που ελάμβαναν  SSRIs κατά την εγκυμοσύνη είχαν κατά δέκα φορές αυξημένα ποσοστά εμφανίσεως του εμβρυϊκού αλκοολικού συνδρόμου, το οποίο υποδεικνύει σημαντική κατανάλωση οινοπνευματωδών εκ μέρους της μητέρας, το οποίο είναι μια σημαντική συγχυτική μεταβλητή.  Τέτοιες συγχυτικές μεταβλητές αποτελούν σημαντική μεθοδολογική ανησυχία στην έρευνα για διαμαρτίες της διάπλασης και θα πρέπει να συνυπολογίζονται για την κατάλληλη ερμηνεία των ευρημάτων (19).
Η κατάθλιψη και το άγχος έχουν επίσης ανεπιθύμητες ενέργειες τόσο στο περιβάλλον μητέρας-εμβρύου όσο και στην έκβαση του βρέφους.  Η καταθλιπτική κυοφορούσα είναι πιθανότερο να χρησιμοποιήσει νικοτίνη (άρα τσιγάρο), παράνομες ουσίες αλλά και οινοπνευματώδη, ενώ είναι λιγότερο πιθανό ότι θα προσέξει την προγεννητική υγεία της (2). Η κατάθλιψη προ του τοκετού (η κατάθλιψη της κύησης) συσχετίζεται με προεκλαμψία, μικρό βάρος σώματος και μικρή ηλικία κυοφορίας, καθώς και με πρόωρο τοκετό (3–5).  Στα ανεπιθύμητα νευροσυμπεριφορικά αποτελέσματα περιλαμβάνονται η καθυστέρηση της ανάπτυξης του βρέφους καθώς και προβλήματα στην συμπεριφορά του (6, 7).  Η κατάθλιψη πριν τον τοκετό είναι επίσης ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας της επιλόχειου κατάθλιψης (8), η οποία μπορεί με την σειρά της να επιφέρει πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες στην ιδιοσυγκρασία του νεογνού, στην αλληλεπίδραση μητέρας-παιδιού και στην όψιμη γνωσιακή ικανότητα του νεογνού (9, 10).  Μια πρόσφατη ανάλυση από το σύστημα επαγρύπνησης των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων από 17 πολιτείες σε διάστημα τεσσάρων ετών βρήκε 94 αυτοκτονίες συσχετιζόμενες με κύηση και 139 ανθρωποκτονίες από το 2003 έως το 2007 (20).  Οι μισοί από αυτούς τους βίαιους θανάτους είχαν συσχετιστεί με άσκηση βίας από τον ερωτικό σύντροφο και με ψυχιατρική διαταραχή, γεγονότα συνήθη στην αυτοκτονία της κυοφορούσας (21).
Τέλος, παρατηρήσαμε μια “αταίριαστη” μείωση της συνταγογράφησης αντικαταθλιπτικών σε εφήβους και νέους ενήλικες εξαιτίας  της προειδοποίησης του FDA για αυτοκτονικότητα.  Όμως, η κατάθλιψη που μένει χωρίς αγωγή από μόνη της έχει κατά πολύ μεγαλύτερη επίδραση στην αυτοκτονική συμπεριφορά σε σχέση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες των αντικαταθλιπτικών.  (Σ.τ.μ.: Κανένα φάρμακο δεν επάγει από μόνο του αυτοκτονικό ιδεασμό!)  Οι ψυχίατροι σε γενικές γραμμές έχουν εφαρμόσει την κατάλληλη κρίση στην συνταγογράφηση αντικαταθλιπτικών και ψυχοθεραπειών για αυτόν τον πληθυσμό ασθενών, όχι όμως άλλες ειδικότητες ιατρών (22).  Τώρα χρειάζεται να μιλήσουμε ξεκάθαρα για τους κινδύνους και τα οφέλη της θεραπευτικής αγωγής για τις καταθλιπτικές κυοφορούσες γυναίκες εάν θέλουμε να αποφύγουμε παρόμοιες συνέπειες για την ευεξία τόσο των ιδίων όσο και των βρεφών τους.

Βιβλιογραφία

  • Lorenzo L, Byers B, Einarson A: Antidepressant use in pregnancy. Expert Opin Drug Saf 2011; 10:883–889
  • Zuckerman B, Amaro H, Bauchner H, Cabral H: Depressive symptoms during pregnancy: relationship to poor health behaviors. Am J Obstet Gynecol 1989; 160:1107–1111
  • Kurki T, Hiilesmaa V, Raitasalo R, Mattila H, Ylikorkala O: Depression and anxiety in early pregnancy and risk for preeclampsia. Obstet Gynecol 2000; 95:487–490
  • Wadhwa PD, Sandman CA, Porto M, Dunkel-Schetter C , Garite TJ: The association between prenatal stress and infant birth weight and gestational age at birth: a prospective investigation. Am J Obstet Gynecol 1993; 169:858–865
  • Wisner KL, Sit DK, Hanusa BH, Moses-Kolko EL, Bogen DL, Hunker DF, Perel JM, Jones-Ivy S, Bodnar LM, Singer LT: Major depression and antidepressant treatment: impact on pregnancy and neonatal outcomes. Am J Psychiatry 2009; 166:557–566
  • Deave T, Heron J, Evans J, Emond A: The impact of maternal depression on early child development. BJOG 2008; 115:1043–1051
  • Luomo I, Tamminen T, Kaukonen P, Laippala P, Puura K, Salmelin R, Almqvist F: Longitudinal study of maternal depressive symptoms and child well-being. J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 2001; 40:1367–1374
  • Beck CT: A meta-analysis of predictors of postpartum depression. Nurs Res 1996; 45:297–303
  • Zuckerman B, Bauchner H, Parker S, Cabral H: Maternal depressive symptoms during pregnancy, and newborn irritability. J Dev Behav Pediatr 1990; 114:190–194
  • Hay DF, Pawlby S, Waters CS, Sharp D: Antepartum and postpartum exposure to maternal depression: different effects on different adolescent outcomes. J Child Psychol Psychiatry 2008; 49:1079–1088
  • Chambers C: Selective serotonin reuptake inhibitors and congenital malformations. BMJ 2009; 339:b3525
  • Occhiogrosso M, Omran SS, Altemus M: Persistent pulmonary hypertension of the newborn and selective serotonin reuptake inhibitors: lessons from clinical and translational studies. Am J Psychiatry 2012; 169:134–140
  • Centers for Disease Control and Prevention: Update on overall prevalence of major birth defects: Atlanta, Georgia, 1978–2005. MMWR Morb Louik C , Lin AE, Werler MM, Hernandez-Diaz S, Mitchell AA: First-trimester use of selective serotonin-reuptake inhibitors and the risk of birth defects. N Engl J Med 2007; 356:2675–2683
  • Petersen I, Gilbert RE, Evans SJ, Man SL, Nazareth I: Pregnancy as a major determinant for discontinuation of antidepressants: an analysis of data from The Health Improvement Network. Clin Psychiatry 2011; 72:979–985
  • Croen LA, Grether JK, Yoshida CK, Odouli R, Hendrick V: Antidepressant use during pregnancy and childhood autism spectrum disorders. Arch Gen Psychiatry 2011; 68:1104–1112
  • Daniels JL, Forssen U, Hultman CM, Cnattingius S, Savitz DA, Feychting M, Sparen P: Parental psychiatric disorders associated with autism spectrum disorders in the offspring. Pediatrics 2008; 121:1357–1362
  • Malm H, Artama M, Gissler M, Ritvanen A: Selective serotonin reuptake inhibitors and risk for major congenital anomalies. Obstet Gynecol 2011; 118:111–120
  • Herman MA, Hernandez-Diaz S, Werler MM, Mitchell AA: Causal knowledge as a prerequisite for confounding evaluation: an application to birth defects epidemiology. Am J Epidemiology 2002; 155:176–184
  • Palladino CL, Singh V, Campbell J, Flynn H, Gold KJ: Homicide and suicide during the perinatal period. Obstet Gynecol 2011; 118:1056–1063
  • Cerulli C , Talbot NL, Tang W, Chaudron LH: Co-occurring intimate partner violence and mental health diagnosis in perinatal women. J Womens Health (Larchmt) (Epub ahead of print, Sept 16, 2011)
  • Libby AM, Brent DA, Morrato EH, Orton HD, Allen R, Valuck RJ: Decline in treatment of pediatric depression after FDA advisory on risk of suicidality with SSRIs. Am J Psychiatry 2007; 164:884–891

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Η κάνναβη δεν είναι το μόνο ναρκωτικό που συσχετίζεται με την σχιζοφρένεια...

Η κάνναβη δεν είναι το μόνο ναρκωτικό που συσχετίζεται με την σχιζοφρένεια...

Είναι κοινό μυστικό στην ψυχιατρική κοινότητα ότι το χειρότερο για τους ψυχιάτρους ναρκωτικό είναι η κάνναβη – η συστηματική της χρήση στην εφηβεία αποδεδειγμένα αυξάνει τον κίνδυνο νόσησης από σχιζοφρένεια κατά δυόμισυ φορές.  Όμως φαίνεται ότι πλέον δεν θα είναι το μόνο – και μάλιστα αποδεδειγμένα.  Διαβάστε την ενδιαφέρουσα ανταπόκριση από το Διεθνές Συνέδριο του Βασιλικού Κολλεγίου Ψυχιάτρων της Μεγάλης Βρετανίας που πραγματοποιήθηκε στο Εδιμβούργο στις 2-5 Ιουλίου 2013.

International Congress of the Royal College of Psychiatrists (RCPsych) 2013. Presented July 5, 2013.
Medscape Medical News © 2013 WebMD, LLC
Cannabis Not the Only Illicit Drug Linked to Schizophrenia. Deborah Brauser, Medscape. Jul 09, 2013.

Δευτέρα 09 Ιουλίου 2013

Τα επεισόδια ψύχωσης που προκαλούνται από διάφορους τύπους ναρκωτικών συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με κλινική διάγνωση σχιζοφρένειας που τίθεται αργότερα κατά τον βίο του ατόμου, προτείνει νέα επιστημονική έρευνα.
Η βασιζόμενη σε επίσημες καταγραφές έρευνα περιελάμβανε πάνω από 3.000 νοσηλευόμενους από την Σκωτία με ψύχωση προκληθείσα από ναρκωτικά.  Αυτή έδειξε ότι εκείνοι που βίωσαν ψυχωσικό επεισόδιο εξαιτίας χρήσης κάνναβης ή ποικιλίας ουσιών και που χρειάστηκαν νοσηλεία είχαν την μεγαλύτερη αύξηση κινδύνου να αναπτύξουν στην συνέχεια σχιζοφρένεια.
Όμως, τα ποσοστά μετάπτωσης σε σχιζοφρένεια ήταν επίσης υψηλά και για εκείνους που είχαν επεισόδια ψύχωσης που προκλήθηκε τόσο από οπιούχα όσο και από ψυχοδιεγερτικά.
Συμπληρωματικά, οι ερευνητές βρήκαν ότι η πλειονότητα των ασθενών με μετάπτωση σε σχιζοφρένεια παρουσίασαν αυτή την επιδείνωση μέσα σε πέντε χρόνια από την νοσηλεία εξαιτίας της χρήσης ουσιών και τις ψυχιατρικές της συνέπειες.
«Βρήκαμε ότι αυτοί με ψύχωση από κάνναβη ή από ποικιλία ουσιών ήταν περισσότερο πιθανό να αναπτύξουν σχιζοφρένεια σε σχέση με εκείνους που παρουσίαζαν ψυχώσεις άλλης αιτιολογίας» μας είπε ο κύριος συγγραφέας της ερευνητικής εργασίας Ψυχίατρος Ντέιβιντ Σεμπλ, επιμελητής στο Νοσοκομείο Hairmyres, στο East Kilbride της Γλασκώβης στην Σκωτία.  «Τα αποτελέσματα αυτά υποστηρίζουν πολλές παλιότερες εργασίες που δείχνουν ότι η κάνναβη είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για σχιζοφρένεια.  Και υποδεικνύει ότι εάν αντιμετωπίσεις κάποιον με ψυχωτικό επεισόδιο εξαιτίας χρήσης κάνναβης, τότε η πιθανότητα ανάπτυξης σχιζοφρένειας σε αυτόν προσεγγίζει το 25% ή αλλιώς 1 στα 4», είπε ο Δρ. Σεμπλ.  Προσέθεσε δε, ότι οι κλινικοί ιατροί θα πρέπει να παρακολουθούν τους ασθενείς αυτούς «για ικανό χρονικό διάστημα» μετά από το πρώτο επεισόδιο ψύχωσης που προκαλείται από οποιαδήποτε ουσία.
«Μπορεί να υπάρχουν άλλοι γενετικοί ή προδιαθεσικοί παράγοντες, αλλά εάν σε κάποιον παρουσιαστεί ένα τέτοιο σοβαρό επεισόδιο με αποτέλεσμα την νοσηλεία, τότε θα του υποδειχθεί να παρακολουθείται για τουλάχιστο μια πενταετία».
Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο του Βασιλικού Κολλεγίου Ψυχιάτρων της Μεγάλης Βρετανίας στο Εδιμβούργο στις 5 Ιουλίου2013.


Τα ποσοστά μετατροπής είναι σημαντικά

«Σήμερα,» λέει ο Δρ. Σεμπλ, «λίγες μελέτες έχουν εξετάσει την πορεία των ψυχώσεων που έχουν προκληθεί από ουσίες».  Επίσης, όταν καθορίζεται η πιθανότητα ανάπτυξης μιας χρόνιας ψυχιατρικής διαταραχής, οι περισσότεροι ερευνητές έχουν χρησιμοποιήσει μόνο «ευρύτερους ορισμούς όπως διαταραχές του φάσματος της σχιζοφρένειας».
Για την μελέτη αυτή, οι ερευνητές προσπάθησαν να βρουν τα ποσοστά μετάπτωσης από ένα επεισόδιο ψύχωσης οφειλόμενης σε ουσίες σε κλινική διάγνωση σχιζοφρένειας, όπως επίσης και να αξιολογήσουν τον χρόνο που απαιτήθηκε για αυτή την μετάπτωση.
Εξέτασαν λοιπόν δεδομένα του Αρχείου Νοσηρότητας της Σκωτίας από 3.486 ασθενείς που εισήχθησαν σε ψυχιατρικό νοσοκομείο μεταξύ του Ιανουαρίου 1997 και του Ιουνίου 2012 για πρώτο επεισόδιο ψύχωσης από ουσίες.  Όλοι αυτοί οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν μέχρι τον Ιούλιο του 2013 ή μέχρις ότου παρουσίασαν πρώτο επεισόδιο σχιζοφρένειας.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο σωρευτικός κίνδυνος να τεθεί η κλινική διάγνωση της σχιζοφρένειας μετά από ψύχωση που προκλήθηκε από χρήση κάνναβης ήταν 21,4%.  Συμπληρωματικά, το ποσοστό μετατροπής ήταν 19,1% για εκείνους με ψύχωση από ψυχοδιεγερτικά και 18,4% για εκείνους με ψύχωση από οπιοειδή.
Ο αριθμός των ασθενών που βίωσαν για πρώτη φορά κάποιον από αυτούς τους τύπους ψυχώσεως από ουσίες ήταν 276, 273 και 419 αντίστοιχα.
Η μεγαλύτερη υποομάδα ψυχώσεων από ουσίες περιελάμβανε αυτούς που είχαν πάρει πολλές ουσίες (n = 1369).  Ο κίνδυνος μετάπτωσης σε σχιζοφρένεια ήταν 21,5%.  Η δεύτερη μεγαλύτερη υποομάδα περιελάμβανε εκείνους με ψύχωση από οινοπνευματώδη (n = 1038).  Όμως εδώ το ποσοστό μετάπτωσης ήταν μόνο 10,6%.
«Οι ομάδες ψυχώσεων από υπνωτικά-κατασταλτικά, κοκαΐνη, παραισθησιογόνα, καπνό και διαλύτες ήταν πολύ μικρές για να επιτρέψουν μια ερμηνεία των δεδομένων τους με νόημα», ανέφεραν οι ερευνητές.
Αν και ο μέσος χρόνος μετατροπής της διάγνωσης σε σχιζοφρένεια ήταν περίπου 12 χρόνια, η πλειονότητα των διαγνώσεων για την διαταραχή τέθηκαν εντός των πέντε πρώτων ετών μετά το επεισόδιο ψυχώσεως από ουσίες.
«Η ψύχωση από κάνναβη ή η ψύχωση από ποικιλία ουσιών που απαιτεί εισαγωγή και νοσηλεία είναι πιο πιθανό να συσχετίζεται με διάγνωση σχιζοφρένειας αργότερα κατά την διάρκεια του βίου σε σχέση με τις ψυχώσεις που προκαλούνται από άλλες ουσίες», γράφουν οι ερευνητές.
Όμως, «τα ποσοστά μετάπτωσης είναι ακόμα σημαντικά για τις ψυχώσεις που προκαλούνται από άλλες ουσίες και πιθανόν να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε αυτή την ομάδα διαταραχών στην έρευνα για τα αίτια της σχιζοφρένειας», προσέθεσαν.


Σημαντικά, αλλά δεν εκπλήσσουν

«Είναι μια σημαντική έρευνα που γίνεται σε μια μεγάλη ομάδα ασθενών», είπε μετά την παρουσίαση ο προεδρεύων Peter W. Woodruff, PhD, FRCPsych, καθηγητής ακαδημαϊκής κλινικής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ στην Αγγλία.   «Είναι ξεκάθαρα ένα σημαντικό κλινικό πρόβλημα που αφορά τους ασθενείς που χρησιμοποιούν κάνναβη, η οποία είναι ένας μεγάλος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη σχιζοφρένειας», προσέθεσε ο Δρ. Woodruff, ο οποίος δεν είχε εμπλακεί στην έρευνα.   Όμως σημείωσε ότι «η έρευνα δεν μας προκάλεσε έκπληξη», με δεδομένο ότι κάθε ουσία που επιδρά στην νοητική κατάσταση ενός ατόμου μπορεί να μεταβάλλει τους νευρομεταβιβαστές στον εγκέφαλο.  «Εάν τα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα, ή οι ουσίες, λαμβάνονται για μη θεραπευτικούς σκοπούς από ανθρώπους που κατά τα άλλα είναι υγιείς, τότε αυτές οι ουσίες μπορούν να προκαλέσουν κάποιας μορφής αποσταθεροποίηση των δυναμικών υγείας και να μεταβάλλουν την υγιή φυσιολογική λειτουργία σε ευάλωτα άτομα — και μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης σοβαρών ψυχικών διαταραχών».


Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

Κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία: παρουσιάζεται διαφορετικά!

Κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία: παρουσιάζεται διαφορετικά!

Όταν ορίζουμε την κατάθλιψη, και συγκεκριμένα το μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο, τα στοιχεία της κλινικής εικόνας που κυριαρχούν είναι η καταθλιπτική ψυχική διάθεση που κυριαρχεί τις περισσότερες ώρες της ημέρας, οι διαταραχές του ύπνου και της όρεξης, τα αισθήματα ενοχής και ανικανότητας, η αδυναμία να αντλήσει κάποια ευχαρίστηση από ερεθίσματα και γεγονότα της καθημερινότητας, η απώλεια της ενεργητικότητας και η κόπωση, η πτωχή νοητική συγκέντρωση και τέλος οι σκέψεις και οι ιδέες για το ότι η ζωή δεν έχει καμία αξία και ο θάνατος θα είναι μια ανακούφιση.
Ισχύουν όμως όλα τα παραπάνω για όλους τους ανθρώπους σε όλες τις ηλικίες;  Από την κλινική μας εμπειρία γνωρίζουμε ότι στην τρίτη ηλικία τα πράγματα είναι διαφορετικά - ούτε το καταθλιπτικό συναίσθημα εκφράζεται εύκολα, ούτε η σεξουαλική διάθεση και λειτουργικότητα μπορούν να χρησιμεύσουν ως δείκτες, ενώ υποψιαζόμαστε τα καταθλιπτικά άτομα της τρίτης ηλικίας από το πόσο και με ποιόν τρόπο μας παραπονιούνται για ζητήματα σωματικής υγείας.
Η κατάθλιψη στην τρίτης ηλικίας είναι μια ψυχική διαταραχή δυστυχώς συνηθισμένη.  Συχνά η μακροπρόθεσμη πρόγνωση είναι πτωχή, ενώ σε αυτές τις ηλικίες παρουσιάζει μια χρόνια πορεία και μεγαλύτερο ποσοστό υποτροπών συγκριτικά με τις νεώτερες.  Σαν να μην έφτανε αυτό, η κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία οδηγεί σε περισσότερα παθολογικά προβλήματα (π.χ. γνωσιακή έκπτωση και νοσήματα του καρδιαγγειακού) και σε μεγάλη θνησιμότητα.  Φαίνεται ότι η κλινική εικόνα της διαταραχής έχει πολλά διαφορετικά στοιχεία στην τρίτη ηλικία σε σχέση με τις υπόλοιπες.  Τι μπορεί να φταίει;  Μπορεί η αλληλεπικάλυψη των σωματικών συμπτωμάτων της κατάθλιψης με παθολογικά νοσήματα στις μεγάλες ηλικίες, μπορεί και οι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες - όπως το ότι η γενιά αυτή δεν είχε μάθει να παραπονιέται για το καταθλιπτικό τους συναίσθημα.  Σε αυτήν την εικόνα μπορούν να συμβάλλουν βιολογικοί και ψυχολογικοί παράγοντες που συσχετίζονται με την ηλικία.
Τι ισχύει λοιπόν; 
Μια ομάδα Ψυχιάτρων από το Πανεπιστήμιο του Λέυντεν στην Ολλανδία αξιολόγησε έντεκα κλινικές μελέτες και μελέτησε σε αυτές την σχέση της ηλικίας των πασχόντων από κατάθλιψη με τις τιμές της Κλίμακας για την Κατάθλιψη του Hamilton.  Επιβεβαιώθηκε έτσι ότι στην τρίτη ηλικία η κλινική εικόνα της κατάθλιψης δεν κυριαρχείται τόσο από τα αισθήματα ενοχής και την καταθλιπτική διάθεση, αλλά από τα συχνά παράπονα για διάφορες αρρώστιες των οποίων η ύπαρξη δεν αποδεικνύεται ποτέ, τα παράπονα για διάφορα συμπτώματα είτε γενικότερα σωματικά είτε ειδικότερα γαστρεντερικά, και την ανησυχία τους.  Τονίζεται λοιπόν ότι η μείζονα καταθλιπτική διαταραχή στην τρίτη ηλικία έχει ως κύρια στοιχεία τα σωματικά συμπτώματα, σε αντίθεση με τις άλλες ηλικίες όπου το καταθλιπτικό συναίσθημα, τα αισθήματα ενοχής και η μειωμένη σεξουαλική διάθεση έχουν σαφώς μεγαλύτερο ρόλο.
Πηγή: The British Journal of Psychiatry, 2012; 200: 275-281.

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Ψυχιατρική, Ψυχολογία και Ψυχοθεραπεία

Ψυχιατρική, Ψυχολογία και Ψυχοθεραπεία

Η ψυχιατρική, η ψυχολογία και η ψυχοθεραπεία διαφέρουν σημαντικά στην θέση που κατέχουν και στις υπηρεσίες που παρέχουν – η καθεμιά τους ασχολείται με διαφορετικά προβλήματα, αν και στο έργο τους υπάρχει σημαντική αλληλεπικάλυψη.  Οι ψυχίατροι, οι ψυχολόγοι και οι ψυχοθεραπευτές είναι όλοι επαγγελματικά εκπαιδευμένοι να βοηθούν ανθρώπους που βρίσκονται σε ψυχοπιεστικές καταστάσεις ή που πάσχουν από ψυχιατρικές διαταραχές.


Τι είναι η Ψυχιατρική;

Η Ψυχιατρική είναι εκείνη η ιατρική ειδικότητα που ασχολείται με τις ψυχικές διαταραχές: την μελέτη, την διάγνωση, την αντιμετώπιση και την πρόληψή τους.  Ο ψυχίατρος είναι ένας ιατρός που έχει εξειδικευτεί στην Ψυχιατρική, δηλαδή στην διάγνωση, θεραπεία και πρόληψη των διαταραχών της ψυχικής υγείας, περιλαμβανομένων και των διαταραχών από την χρήση ουσιών.  Οι ψυχίατροι είναι πιστοποιημένοι να αξιολογούν τόσο τις νοητικές όσο και τις παθολογικές πλευρές των ψυχικών διαταραχών.  Ένας ψυχίατρος έχει ολοκληρώσει με επιτυχία τις σπουδές του σε μια ιατρική σχολή καθώς και μια πενταετή εξειδίκευση στην ψυχιατρική, ενώ συχνά συνδυάζει μια πληθώρα περιστατικών που έχει αντιμετωπίσει παράλληλα με εξειδικευμένη εμπειρία και έρευνα.
Οι άνθρωποι αναζητούν ψυχιατρική βοήθεια για διάφορους λόγους.  Τα προβλήματα μπορεί να είναι αιφνίδια, όπως μια διαταραχή πανικού, ή τρομακτικές ψευδαισθήσεις, σκέψεις για αυτοκτονία, ή το άκουσμα «φωνών».  Ή μπορεί να είναι πιο μακροχρόνιες, όπως αισθήματα θλίψης και απελπισίας ή μια αίσθηση μόνιμου άγχους, που κάνουν την καθημερινή ζωή να είναι διαταραγμένη ή εκτός ελέγχου.
Επειδή οι ψυχίατροι είναι ιατροί, μπορούν να διατάξουν ή/και να εκτελέσουν ένα μεγάλο εύρος εργαστηριακών ιατρικών εξετάσεων όσο και ψυχολογικών εξετάσεων τα οποία, σε συνδυασμό με συνεντεύξεις/συζητήσεις με τους πάσχοντες, βοηθούν στο να παρασχεθεί μια εικόνα της παθολογικής και νοητικής κατάστασης του πάσχοντα.

Ψυχιατρική Εκπαίδευση
Η Ψυχιατρική είναι μια ιατρική ειδικότητα, όπως η Γενική Ιατρική, η Χειρουργική, ή η Παιδιατρική.  Η εκπαίδευση στην Ελλάδα διαρκεί έξι (6) χρόνια για να αναδειχθεί κάποιος πτυχιούχος Ιατρικής, και μαζί με την υπηρεσία υπαίθρου που είναι δωδεκάμηνης διάρκειας μπορεί κάποιος να αρχίσει να ειδικεύεται στην Ψυχιατρική.  Αυτή απαιτεί άλλα πέντε (5) χρόνια και την επιτυχή εξέταση, γραπτή και προφορική, από ειδική επιτροπή με έναν Πανεπιστημιακό καθηγητή Ψυχιατρικής και δυο Διευθυντές Ψυχιατρικών Κλινικών προτού ανακηρυχθεί κάποιος ως ειδικός Ψυχίατρος.

Θεωρητικό υπόβαθρο
Όπως και σε άλλες ειδικότητες της Ιατρικής, η Ψυχιατρική χτίζει τις γνώσεις της με την  παρατήρηση ασυνήθιστων καταστάσεων που προκαλούν αναταραχή και ανησυχία.  Χρησιμοποιεί ένα διαγνωστικό σύστημα, το οποίο προσπαθεί να αναγνωρίσει συσσωρεύσεις και ομάδες σκέψεων, συναισθημάτων και συμπεριφορών που φαίνεται να εμφανίζονται ταυτόχρονα: τα «σύνδρομα».  Αυτά στην συνέχεια διερευνώνται για να βρεθούν κοινωνικά, ψυχολογικά αλλά και παθολογικά αίτια, ώστε με στόχο στις ψυχικές διαταραχές πλέον να βρεθούν αποτελεσματικές μέθοδοι θεραπείας.
Η παιδεία και τα έτη κλινικής εκπαίδευσης και εμπειρίας των Ψυχιάτρων τους εφοδιάζουν με τέτοιον τρόπο, ώστε να καταλαβαίνουν την πολύπλοκη σχέση μεταξύ των ψυχικών διαταραχών και των υπόλοιπων παθήσεων, να αξιολογούν τα παθολογικά και ψυχολογικά δεδομένα, να θέτουν διαγνώσεις και να συνεργάζονται με τον ασθενή για να αναπτύξουν ένα θεραπευτικό σχέδιο.
Οι ειδικές διαγνώσεις βασίζονται σε κριτήρια που έχουν τεθεί από το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders), το οποίο περιλαμβάνει περιγραφές, συμπτώματα και άλλα κριτήρια για την διάγνωση των ψυχικών διαταραχών.

Θεραπείες
Οι ψυχίατροι χρησιμοποιούν διάφορες παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ψυχικής υγείας όπως ψυχοθεραπευτικές , ψυχοφαρμακολογικές και άλλες.
Η ψυχοθεραπεία, η δια του λόγου θεραπεία, είναι μια θεραπεία που περιλαμβάνει μια σχέση επικοινωνίας βασισμένη στο λόγο μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου.  Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αντιμετωπιστεί ένα μεγάλο εύρος ψυχικών διαταραχών και συναισθηματικών δυσκολιών.  Ο στόχος της ψυχοθεραπείας είναι να ελαχιστοποιήσουμε ή να ελέγξουμε τον κίνδυνο αναπηρίας ή τα προβληματικά συμπτώματα ώστε ο ασθενής μα μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα.  Ανάλογα με την έκταση του προβλήματος, η θεραπεία μπορεί να κρατήσει για λίγες συνεδρίες εντός μιας ή δυο εβδομάδων ή μπορεί να κρατήσει για πολλές συνεδρίες για χρόνια.  Υπάρχουν πολλές μορφές ψυχοθεραπείας και αυτή μπορεί να γίνει είτε ατομικά, σε μια οικογένεια ή σε μια ομάδα.   Κάποια προβλήματα ψυχικής υγείας απαιτούν περιορισμένης διάρκειας αλλά επ’ αόριστον θεραπεία για την διαχείριση χρονίων καταστάσεων.
Οι ψυχοφαρμακολογικές παρεμβάσεις χρησιμοποιούνται από τους ψυχιάτρους με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιούνται από τις άλλες ιατρικές ειδικότητες για την αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη ή της αρτηριακής υπέρτασης.  Μετά την παθολογική και ψυχιατρική αξιολόγηση, οι ψυχίατροι μπορούν να συνταγογραφήσουν φάρμακα για να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών.  Τα φάρμακα στην ψυχιατρική μπορούν να βοηθήσουν στο να διορθωθούν ανισορροπίες στην χημεία του εγκεφάλου οι οποίες εμπλέκονται σε κάποιες ψυχικές διαταραχές.  Συχνά οι ψυχίατροι χρησιμοποιούν φάρμακα σε συνδυασμό με ψυχοθεραπεία.  Οι ασθενείς που βρίσκονται σε μακροχρόνια ψυχοφαρμακολογική αγωγή πρέπει να συναντιούνται με τον ψυχίατρό τους περιοδικά για να παρακολουθούν τακτικά τις επιδράσεις της ψυχοφαρμακολογικής παρέμβασης.
Οι ψυχίατροι χρησιμοποιούν επίσης και άλλες θεραπείες.  Η ηλεκτροσπασμοθεραπεία, μια θεραπευτική παρέμβαση που περιλαμβάνει την εφαρμογή ηλεκτρικού ρεύματος στον εγκέφαλο, χρησιμοποιείται πολύ συχνά για την αντιμετώπιση της βαριάς κατάθλιψης που δεν ανταποκρίνεται σε καμιά άλλη θεραπεία.  Η εν τω βάθει κρανιακή διέγερση, η διέγερση του πνευμονογαστρικού, και η επανειλημμένη διακρανιακή μαγνητική διέγερση είναι κάποιες από τις νεώτερες θεραπείες που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση κάποιων ψυχικών διαταραχών.  Επίσης η φωτοθεραπεία χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της εποχικής κατάθλιψης.

Εργασία
Οι Ψυχίατροι εργάζονται με ανθρώπους κάθε ηλικίας και με ψυχικές διαταραχές κάθε βαρύτητας, αλλά συνήθως με ανθρώπους που πάσχουν από σοβαρές διαταραχές, όπως η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη), οι οποίες, συχνά αλλά όχι πάντα, απαιτούν εξειδικευμένη ψυχοφαρμακολογική αντιμετώπιση.  


Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ενός Ψυχιάτρου και ενός Ψυχολόγου;

Ο Ψυχίατρος είναι ένας ιατρός με εξειδικευμένη εκπαίδευση στην Ψυχιατρική και που είναι ικανός να διεξάγει ψυχοθεραπεία και να συνταγογραφεί φάρμακα και άλλες θεραπείες.
Ο ψυχολόγος πρέπει, εκτός από το βασικό του πτυχίο να έχει έναν μεταπτυχιακό τίτλο, πιο συχνά στην κλινική ψυχολογία, και συχνά έχει εκτεταμένη εκπαίδευση στην έρευνα.  Οι ψυχολόγοι αντιμετωπίζουν τις ψυχικές διαταραχές με ψυχοθεραπεία και ορισμένοι εξειδικεύονται στα ψυχολογικά τεστ και την αξιολόγηση.


Τι είναι ψυχολογία;

Η ψυχολογία είναι η επιστήμη της μελέτης των ανθρώπων: πώς σκέφτονται, πώς ενεργούν, αντιδρούν και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.  Η ψυχολογία ενδιαφέρεται για όλες τις πλευρές της συμπεριφοράς και των σκέψεων, αισθήσεων και κινήτρων που επηρεάζουν την συμπεριφορά.
Η ψυχολογία είναι ένα γνωστικό αντικείμενο που κατ’ αρχήν ασχολείται με την φυσιολογική λειτουργία του νου και έχει εξερευνήσει περιοχές όπως η μάθηση, η μνήμη και η φυσιολογική ανάπτυξη των παιδιών.  Τα τμήματα Ψυχολογίας είναι από τα ταχύτερα αναπτυσσόμενα στις Πανεπιστημιακές κοινότητες.
Οι ψυχολόγοι ασχολούνται με τον τρόπο που ο νους λειτουργεί και μπορούν να εξειδικευτούν σε θέματα όπως ψυχική υγεία, εκπαιδευτική ψυχολογία και ψυχολογία της εργασίας.
Οι ψυχολόγοι δεν έχουν όμως ιατρική εκπαίδευση και μόνο ένα μικρό ποσοστό των φοιτητών ψυχολογίας θα δουλέψουν τελικά με ασθενείς: αυτοί που θα γίνουν Κλινικοί Ψυχολόγοι.

Κλινική Ψυχολογία, εκπαίδευση & εργασία
Ο Κλινικός Ψυχολόγος πρέπει κατ’ αρχήν να έχει αποκτήσει πανεπιστημιακό πτυχίο Ψυχολογίας.  Αφού αποκτήσουν περαιτέρω εμπειρία εργαζόμενοι σε σχετικές υπηρεσίες υγείας, οι Κλινικοί Ψυχολόγοι πραγματοποιούν τριετή μεταπτυχιακή εκπαίδευση σε εγκεκριμένο πανεπιστημιακό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.  Κατά το χρονικό αυτό διάστημα εργάζονται με ασθενείς υπό την επίβλεψη εξειδικευμένων ψυχολόγων και μελετάνε για τον ακαδημαϊκό τους τίτλο όπως και στο βασικό τους πτυχίο.  Ολοκληρώνουν δε την εκπαίδευσή τους με ενήλικες, παιδιά, άτομα τρίτης ηλικίας και με άτομα με νοητικές δυσκολίες.
Εκπαιδεύονται για να εργαστούν σε κλινικές του δημοσίου συστήματος υγείας όπου χρησιμοποιούν διάφορες μορφές ψυχοθεραπειών (συνήθως Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία και τουλάχιστον ένα άλλο μοντέλο, όπως Ψυχοδυναμική ή Συστημαική), καθώς και να δουλεύουν συμβουλευτικά εντός του συστήματος.  Μαθαίνουν επίσης μεθόδους έρευνας και αναπτύσσουν ικανότητες στην ανάπτυξη υπηρεσιών.

Θεωρητικό υπόβαθρο
Η ψυχολογία ιστορικά εφαρμόζει μια πιο τυπική πειραματική προσέγγιση για την εξερεύνηση τόσο των φυσιολογικών και παθολογικών καταστάσεων του νου, με έμφαση περισσότερο στην διασαφήνιση περισσότερο των ψυχολογικών μηχανισμών παρά των παθολογικών.
Στην καθημερινή τους δουλειά, οι κλινικοί ψυχολόγοι θα εργαστούν ψυχολογικά με ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων και ομάδων πελατών – από τις πάσχουσες από διαταραχές πρόσληψης τροφής μέχρι τους πάσχοντες από σχιζοφρένεια και άνοια.   Οι περισσότεροι κλινικοί ψυχολόγοι θα εξειδικευθούν σε έναν ιδιαίτερο τύπο αξιολόγηση ή θεραπείας, όπως γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία ή νευροψυχολογία.


Τι είναι ψυχοθεραπεία;

Η ψυχοθεραπεία διεξάγεται είτε ατομικά είτε σε ομάδες, ζευγάρια και οικογένειες. Οι ψυχοθεραπευτές βοηθούν τους ανθρώπους να ξεπεράσουν την ψυχοπίεση (στρες), προβλήματα σχέσεων και συναισθηματικά ή ενοχλητικές συνήθειες.
Υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις στις ψυχοθεραπείες οι οποίες περιλαμβάνουν:
Γνωσιακές συμπεριφορικές θεραπείες
Ψυχαναλυτικές θεραπείες
Ψυχοδυναμικές θεραπείες
Συστεμικές θεραπείες και θεραπείες οικογένειας
Δραματοθεραπείες και θεραπείες τεχνών
Ουμανιστικές ψυχοθεραπείες
Υπνοθεραπεία κ.ά.
Ένας ψυχοθεραπευτής μπορεί να είναι ένας ψυχίατρος, ψυχολόγος ή άλλος υγειονομικός ψυχικής υγείας, ο οποίος έχει περαιτέρω εξειδικευμένη εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία.  Επίσης υπάρχουν ψυχοθεραπευτές χωρίς όμως επιστημονικό υπόβαθρο σε αυτά τα γνωσιακά πεδία, αλλά που έχουν εκπαιδευτεί σε βάθος σε αυτές τις τεχνικές.

Ψυχοθεραπεία, εκπαίδευση & εργασία
Ένας ψυχοθεραπευτής μπορεί να προέλθει από οποιοδήποτε επαγγελματικό υπόβαθρο, περιλαμβανομένου της ιατρικής ή της ψυχολογίας, ή και κανενός.  Όμως η εκπαίδευση στις ψυχοθεραπείες είναι συνήθως αρκετά ξεχωριστή και από τα δυο αυτά γνωστικά αντικείμενα.
Σήμερα υπάρχουν διάφοροι τύποι ψυχοθεραπείας, με όλους τους να έχουν διαφορετικές θεωρήσεις για το πώς λειτουργεί ο νους καθώς και αντίστοιχες μέθοδες παρέμβασης.  Οι διαφορετικές θεραπείες ταιριάζουν σε διαφορετικούς ανθρώπους, όπως και τα διαφορετικά προβλήματα.  Η πιο συνηθισμένη είναι η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία.  Σε αυτήν, ο θεραπευτής βοηθά τον θεραπευόμενό του να εντοπίσει και να μεταβάλλει μεθόδους σκέψης που δεν τον βοηθούν και μπορεί να επιδρούν στην ζωή του.
Η παραδοσιακή ψυχαναλυτική θεραπεία εστιάζει περισσότερο στην σημασία των πρώιμων σχέσεων και στο πως αυτές επηρεάζουν την συμπεριφορά ενός ατόμου στο εδώ και τώρα.
Η συμβουλευτική τους δίνει έμφαση στην ικανότητα του ατόμου να διασαφηνίζει τα προβλήματά του και να βρίσκει μόνο του τις λύσεις.
Ένας ψυχοθεραπευτής μπορεί να εργαστεί για ένα πρόβλημα είτε σε ατομικό είτε σε ομαδικό επίπεδο.  Οι ατομικές συναντήσεις μπορούν να πραγματοποιούνται κάθε μια ή δυο εβδομάδες, όπως στην γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, ή ακόμα και πέντε φορές την εβδομάδα σε μια ψυχαναλυτικού τύπου θεραπεία.