Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Αντικαταθλιπτικά και κύηση: ένα άρθρο, μία άποψη

Αντικαταθλιπτικά και κύηση: ένα άρθρο, μία άποψη

Η ψυχιατρική κοινότητα στην πλειονότητά της, όπως και κάθε αντίστοιχη ιατρική κοινότητα, είναι ιδιαίτερα προσεκτική με την εφαρμογή φαρμακευτικών θεραπειών.  Όντας στην ιατρική αυτή ειδικότητα πολλές φορές η αποτελεσματική και η μόνη λύση, οι ψυχίατροι οφείλουμε να έχουμε -και έχουμε- μια σχέση δυναμική με τα φάρμακα: τα παρακολουθούμε στενά μετά την κυκλοφορία τους, ευαισθητοποιούμαστε στις ανεπιθύμητες ενέργειές τους, μελετούμε τις δράσεις τους στο κάθε άτομο που τα λαμβάνει ξεχωριστά αλλά και σε ειδικές κατηγορίες πληθυσμού και ερευνούμε για το εάν απαιτούνται δυνητικά εναλλακτικές λύσεις.
Η εγκυμοσύνη είναι εξ ορισμού μια κατάσταση ιδιαίτερης ευαισθησίας και απαιτεί την ιδιαίτερη προσοχή μας τόσο για την μητέρα όσο και για το κύημα.  Οι μαιευτήρες-γυναικολόγοι τους θέλουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό ελεύθερους οποιαδήποτε φαρμακευτικής παρέμβασης, με λίγες φαρμακευτικές ουσίες να έχουν κριθεί απολύτως ασφαλείς.  Τι συμβαίνει όμως όταν η μητέρα πάσχει από μια οποιαδήποτε σωματική ή ψυχική διαταραχή, της οποίας η αντιμετώπιση απαιτεί την φαρμακευτική μας παρέμβαση;  Με πόση σοβαρότητα οι ιατροί αντιμετωπίζουν την κατάσταση και πώς λαμβάνουν αποφάσεις για την ζωή της μητέρας και του εμβρύου;  Πως κρίνει και παίρνει αποφάσεις ένας ιατρός ανάμεσα στην ανάγκη της μέγιστης ασφάλειας των ανθρώπων που παρακολουθεί και στην αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας της μητέρας;
Η κατάθλιψη στην εγκυμοσύνη αποτελεί μια από τις δυσκολότερες λυδίες λίθους ενός ψυχιάτρου, που θα κληθεί να πάρει μια εξαιρετικά κρίσιμη απόφαση για το έμβρυο και την μητέρα του.  Εάν μια γυναίκα πάσχουσα από μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο αφεθεί χωρίς φαρμακοθεραπευτική παρέμβαση, δεν θα ακολουθεί τις οδηγίες του γυναικολόγου της για το πως θα προσέχει τον εαυτό της και το έμβρυό της, δεν θα τρώει και θα κοιμάται σωστά, και τελικά θα εκτίθεται σε ψυχοπίεση η οποία με την σειρά της εκθέτει το έμβρυο σε βλαπτικά επίπεδα ορμονών και νευρομεταβιβαστών.  Το χειρότερο, για την αντιμετώπιση της κατάστασης, μερικές κυοφορούσες στρέφονται στα οινοπνευματώδη και το κάπνισμα.  Οι κίνδυνοι για την συνέχιση της εγκυμοσύνης έχουν επισημανθεί (αυτόματες αποβολές, προεκλαμψία, καθυστέρηση ανάπτυξης του εμβρύου, ανωμαλίες του πλακούντα, πρόωροι τοκετοί, περιγεννητικές επιπλοκές).  Αν πάλι μια γυναίκα πάσχουσα από κατάθλιψη μείνει έγκυος και θελήσει να διακόψει την αγωγή της, τότε ο κίνδυνος υποτροπής της διαταραχής κατά την διάρκεια της κύησης είναι αποδεδειγμένα μεγάλος.
Από την άλλη πλευρά όμως η χορήγηση αντικαταθλιπτικών στην διάρκεια της κύησης δεν είναι απολύτως ακίνδυνη.  Η πλειονότητα των μαιευτήρων-γυναικολόγων δεν θα αισθάνεται καλά με την χορήγηση οποιουδήποτε φαρμάκου στο πρώτο τρίμηνο της κύησης για τον φόβο διαμαρτιών (ανωμαλιών) της διάπλασης του εμβρύου, ενώ στο τρίτο τρίμηνο της κύησης ο πρόωρος τοκετός δεν είναι εντελώς απίθανο να συμβεί.  Ταυτόχρονα, στο νεογνό περιγράφονται τόσο νεογνικό στερητικό σύνδρομο από αντικαταθλιπτικά (το οποίο όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί στα πλαίσια του μαιευτηρίου), όσο και το σπανιότερο αλλά σοβαρότερο σύνδρομο εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης (για το οποίο όμως δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά με βάση τις έρευνες που γίνονται ότι η λήψη αντικαταθλιπτικών από την μητέρα προκαλεί το σύνδρομο στο νεογνό).
Η Μάργκαρετ Σπινέλλι είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Κλινικής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή (College of Physicians and Surgeons) του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης και Ερευνήτρια Ψυχίατρος στο Πολιτειακό Ψυχιατρικό Ινστιτούτο της Νέας Υόρκης.  Διευθύνει στο Πανεπιστήμιο το Πρόγραμμα Γυναικών στην Ψυχιατρική και έχει βραβευθεί πολλές φορές από το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ για τις έρευνές της στο θέμα της κατάθλιψης στην εγκυμοσύνη.   Με αφορμή μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στο έγκριτο περιοδικό American Journal of Psychiatry και αφορούσε τις έρευνες για την ύπαρξη σχέσης ή μη μεταξύ της εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού και της λήψης από την μητέρα κατά την κύηση αντικαταθλιπτικού της κατηγορίας των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), η Μ. Σπινέλλι έγραψε ένα άρθρο σχολιασμού που αξίζει να διαβαστεί για το με πόση προσοχή διατυπώνεται μια τεκμηριωμένη επιστημονική άποψη για ένα τόσο λεπτό θέμα.  Υπ' όψη ότι αυτό το άρθρο δεν αποτελεί θεραπευτική συμβουλή για μια γυναίκα με κατάθλιψη ή διαταραχές άγχους στην κύηση: γι' αυτήν μονόδρομος είναι η αξιολόγησή της τόσο από τον μαιευτήρα-γυναικολόγο της όσο και από τον ψυχίατρό της – κάθε γυναίκα, όπως και κάθε ασθενής, είναι μια ξεχωριστή περίπτωση και ένα ιδιαίτερο, μοναδικό περιστατικό με τις δικές του ανάγκες.


Η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης
Της Μάργκαρετ Σπινέλλι - Am J Psychiatry 169:2, February 2012 : 121-4

Στις ΗΠΑ, ένα πρόγραμμα συμπεριφορικής ψυχικής υγείας εξωτερικών ασθενών αποφάσισε πρόσφατα ότι δεν θα επιτρέπονταν στους ψυχίατρους να συνταγογραφήσουν αντικαταθλιπτικά στις κυοφορούσες επειδή το ίδρυμα χρηματοδότησης είχε αποφασίσει ότι ο κίνδυνος ήταν πολύ υψηλός.  Ως ψυχίατρος εξειδικευμένη στην θεραπεία γυναικών κατά την περιγεννητική περίοδο, είμαι μια από τους πολλούς ψυχιάτρους που συχνά θα πρέπει να αποφασίσω αν θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν φάρμακα ή όχι για να αντιμετωπιστεί η κατάθλιψη στις κυοφορούσες γυναίκες.
Αυτή την στιγμή, η ιατρική βιβλιογραφία περιέχει μελέτες εκβάσεων για πάνω από είκοσι χιλιάδες κυήσεις γυναικών που έλαβαν τότε αντικαταθλιπτικά (1).  Η βιβλιογραφία βοηθά στην αναγνώριση των πιθανών αποτελεσμάτων της έκθεσης αυτής στην έκβαση της κύησης.  Εκείνα τα αποτελέσματα των μελετών που δείχνουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων γεγονότων κατά την κύηση ή τον τοκετό συχνά δημοσιοποιούνται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, γεγονός το οποίο προκάλεσε την άρνηση πολλών γυναικών να δεχτούν φαρμακευτική αγωγή.  Ορισμένες νομικές εταιρείες στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν αυτή την πληροφορία για να προκαλούν νομικές εμπλοκές.  Πολλοί κλινικοί ιατροί ακούνε τις θετικές μελέτες συσχέτισης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή βλέπουν διαφημίσεις από νομικές εταιρείες, παρακολουθούν τις περιλήψεις στην ιατρική βιβλιογραφία, και μπορεί να συμπεραίνουν ότι οι κίνδυνοι της φαρμακευτικής αγωγής για την μητέρα και το έμβρυο είναι μεγαλύτεροι σε σχέση με τα πιθανά οφέλη.  Όμως, οι αρνητικές μελέτες συσχέτισης τυγχάνουν ελάχιστης προσοχής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Οι κλινικοί ιατροί που συνταγογραφούν μια φαρμακευτική θεραπεία έχουν καθήκον να γνωρίζουν όλες τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπευτικής αγωγής.  Οι κλινικοί ιατροί επίσης είναι υπεύθυνοι για την πληροφόρηση των ασθενών τους και την κατανόηση των κινδύνων και τα οφελημάτων όλων των θεραπευτικών επιλογών, περιλαμβανομένης και της επιλογής να μην υπάρξει φαρμακευτική αντιμετώπιση.  Υπάρχουν σημαντικές αποδείξεις για το ότι η απόφαση της μη συνταγογραφήσεως αντικαταθλιπτικών σε μια γυναίκα που έχει κατάθλιψη ή που είναι πιθανό να έχει υποτροπή της διαταραχής αυτής κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερους κινδύνους στην γυναίκα και στο έμβρυο σε σχέση με τους κινδύνους έκθεσης στην φαρμακευτική αγωγή (2–10).  Η έρευνα τόσο για τα αποτελέσματα της έκθεσης σε αντικαταθλιπτικά όσο και για την επίδραση της κατάθλιψης, τόσο υπό αγωγή όσο και χωρίς αγωγή, στην έκβαση της κύησης, θα πρέπει να συνεχιστεί.  Όμως, εξαρτάται από εμάς που διεξάγουμε αυτές τις έρευνες, όπως και από τα ιατρικά περιοδικά που δημοσιεύουν τις έρευνές μας, να ξεκαθαρίσουν την σημασία και τους περιορισμούς της βάσει αποδείξεων έρευνάς μας τόσο για τους υπόλοιπους κλινικούς ιατρούς όσο και για τις γυναίκες τις οποίες αντιμετωπίζουν.  Τελικά, η κλινική μας κρίση για τα συνολικά οφέλη και κινδύνους, έχοντας την ενημέρωση από μια λεπτομερή μελέτη με κριτική ματιά της ιατρικής βιβλιογραφίας, χρειάζεται να γίνει αντικείμενο επικοινωνίας με τον καθένα που εμπλέκεται: με τις ασθενείς, τις οικογένειές τους και με τους υπόλοιπους ιατρούς που εμπλέκονται στην ιατρική μέριμνα των γυναικών που κυοφορούν.
Εξαιτίας ηθικών ανησυχιών, οι προοπτικές ελεγχόμενες κλινικές θεραπευτικές μελέτες με βάση τον χρυσό κανόνα δεν περιλαμβάνουν κυοφορούσες γυναίκες.  Οι περισσότερες μελέτες για την χρήση φαρμάκων κατά την κύηση είναι αναδρομικές και μπορεί να βασίζονται σε βάσεις δεδομένων συνταγογράφησης, υπηρεσίες καταγραφής διαμαρτιώνληξιαρχεία καταγραφής γεννήσεων ή αρχεία συγγενών διαμαρτιών στο γενικό πληθυσμό.  Λίγα είναι γνωστά σε αυτές τις μελέτες για την πραγματική δοσολογία και τον χρόνο έκθεσης κατά την κυοφορία, την χρήση άλλων φαρμάκων, συνταγογραφούμενων ή μη, ή την παθολογική ή ψυχιατρική κατάσταση της μητέρας.
Οι επιλεγμένες εκ γενετής ανωμαλίες συχνά διαφέρουν από μελέτη σε μελέτη, ενώ τα ευρήματα σπανίως επαναλαμβάνονται.  Μια θεμελιώδης αρχή είναι ότι οι εκθέσεις σε τερατογόνα επάγουν ειδικούς τύπους διαμαρτιών και δεν αυξάνουν τις επιπτώσεις όλων των διαμαρτιών.  Η έλλειψη συμβατότητας μεταξύ των μελετών αναφορικά με ειδικά φάρμακα και ειδικές διαμαρτίες  κάνει δύσκολο για τους ιατρούς να μεταφράσουν τα ευρήματα αυτά στην κλινική πράξη.  Εάν τα αντικαταθλιπτικά είναι τερατογόνα, τότε θα περιμέναμε να δούμε παρόμοια ευρήματα για παρόμοιες εκθέσεις σε φάρμακα σε όλες τις μελέτες (11).  Αλλά τέτοιοι τύποι έκθεσης & επιπτώσεων είναι σπάνιοι στην τρέχουσα βιβλιογραφία.
Ενώ πολλές μελέτες έχουν αντικρουόμενες εκβάσεις, η έμφαση συνήθως δίνεται σε αυτές με θετικά ευρήματα, ενώ οι αρνητικές μελέτες παραβλέπονται.  Οι Occhiogrosso και συνεργάτες σε μια ανασκόπηση σε αυτό το τεύχος του περιοδικού μας (12)περιγράφουν τα ισχυρά και αδύνατα σημεία έξι μελετών στην συσχέτιση μεταξύ προγεννητικής έκθεσης στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (selective serotonin reuptake inhibitors, SSRIsκαι της εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού (persistent pulmonary hypertension of the newborn, PPHN).  Τρεις μελέτες δεν βρήκαν συσχέτιση μεταξύ της εμμένουσας πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού και των SSRIs.  Από τις τρεις μελέτες που ανέδειξαν συσχετίσεις, δύο μελέτες εξέτασαν την ίδια βάση δεδομένων πληθυσμούεισάγοντας πρόσθετες πρόσφατες γεννήσεις.  Εξεταζόμενες ταυτόχρονα, οι έξι μελέτες αναγνώρισαν συνολικά πενήντα βρέφη εκτεθειμένα στους SSRIs με εμμένουσα πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού μεταξύ περίπου 25.000 βρεφών με έκθεση στους SSRI, αριθμός μικρότερος από τον υπολογιζόμενο αριθμό στον γενικό πληθυσμό.
Τα ευρήματα θα πρέπει να ερμηνευτούν στο πλαίσιο του υπάρχοντος 3% βασικού (baseline) ποσοστού των διαμαρτιών της διάπλασης (13).  Με αναφορά στους υπολογισμούς εκτίμησης κινδύνου, οι ειδικές διαμαρτίες είναι σπάνιες και οι απόλυτοι κίνδυνοι είναι σχετικά μικροί (14).  Παραδείγματος χάριν, ο βασικός επιπολασμός για τις διαμαρτίες αποφράξεως ροής της δεξιάς κοιλίας υπολογίζεται σε 5,5 περιπτώσεις ανά 10.000 γεννήσεις – κατά συνέπειααν ένας συγκεκριμένος SSRI αυξάνει τον κίνδυνο εις διπλούνο κίνδυνος να έχουμε ένα προσβλημένο παιδί θα ήταν μόνο 0,1%.  Οι μελέτες θα πρέπει να αναφέρουν απόλυτους κινδύνους και να τους ερμηνεύουν με κάποιον τρόπο που να έχει νόημα τέτοιο έτσι ώστε οι κλινικοί ιατροί να μπορούν να το καταλάβουν και να το μεταδώσουν στους ασθενείς τους.
Ενώ οι συλλογές δεδομένων μπορεί να παρέχουν πληροφόρηση για τις συνταγές, δεν είναι ξεκάθαρο εάν η φαρμακευτική αγωγή λαμβανόταν στην πραγματικότητα από την μητέρα.  Οι  Petersen και συνεργάτες (15) παρατήρησαν ότι η εγκυμοσύνη ήταν ένας μείζων καθοριστικός παράγοντας στην διακοπή της αντικαταθλιπτικής φαρμακευτικής αγωγής, και οι περισσότερες γυναίκες δεν λαμβάνουν περαιτέρω αντικαταθλιπτικές φαρμακευτικές αγωγές πέραν της έκτης εβδομάδας κυήσεως.
Εκτός αυτών, άλλα προβλήματα αφορούν την ανεπαρκή ισχύ και ανικανότητα να διαχωριστεί η χρήση των SSRI από τις επιδράσεις της προγεννητικής κατάθλιψης.  Σε μια πρόσφατη   κλινική μελέτη ασθενών-μαρτύρων που είχε ευρεία προβολή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (16), οι συγγραφείς πρότειναν μεγαλύτερο ποσοστό διαταραχών αυτιστικού φάσματος στα παιδιά είκοσι μητέρων που ελάμβαναν SSRIs την χρονιά πριν και κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.  Πέρα όμως από το γεγονός ότι ο αριθμός των περιστατικών ήταν μικρόςη μελέτη δεν έλεγξε στην αρχή της μελέτης τις μητέρες για την ύπαρξη κάποιας ψυχιατρικής διαταραχής, παρόλο που η συσχέτιση μεταξύ ψυχιατρικών διαταραχών και του φάσματος του αυτισμού είναι ισχυρά τεκμηριωμένη (17).  Οι διαταραχές του αυτιστικού φάσματος είναι κληρονομούμενες, αλλά οικογενές γενετικό φορτίο δεν αναφέρθηκε.  Εκτός αυτού, δεν αναφέρθηκαν δεδομένα υποκείμενου παθολογικού νοσήματος, η χρήση παράνομων ουσιών, η χρήση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων, το καπνιστικό ιστορικό ή η κατάχρηση οινοπνευματωδών.
Οι μελέτες συχνά περιορίζονται από αναλύσεις δεν είναι προσαρμοσμένες σε συγχυτικές μεταβλητές όπως το κάπνισμα και ο αλκοολισμός.  Για παράδειγμα, ένα άλλο πρόσφατο άρθρο (18)  υπέδειξε ότι η λήψη φλουοξετίνης και παροξετίνης κατά την διάρκεια της κύησης αυξάνει τον κίνδυνο για διαμαρτίες της καρδιάς και η λήψη σιταλοπράμης κατά την διάρκεια της κύησης αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης δισχιδούς ράχης σε βρέφη εκτεθειμένα στα φάρμακα αυτά σε σχέση με βρέφη μη εκτεθειμένα σε αυτό το φάρμακο.  Όμως οι συγγραφείς βρήκαν επίσης ότι οι μητέρες που ελάμβαναν  SSRIs κατά την εγκυμοσύνη είχαν κατά δέκα φορές αυξημένα ποσοστά εμφανίσεως του εμβρυϊκού αλκοολικού συνδρόμου, το οποίο υποδεικνύει σημαντική κατανάλωση οινοπνευματωδών εκ μέρους της μητέρας, το οποίο είναι μια σημαντική συγχυτική μεταβλητή.  Τέτοιες συγχυτικές μεταβλητές αποτελούν σημαντική μεθοδολογική ανησυχία στην έρευνα για διαμαρτίες της διάπλασης και θα πρέπει να συνυπολογίζονται για την κατάλληλη ερμηνεία των ευρημάτων (19).
Η κατάθλιψη και το άγχος έχουν επίσης ανεπιθύμητες ενέργειες τόσο στο περιβάλλον μητέρας-εμβρύου όσο και στην έκβαση του βρέφους.  Η καταθλιπτική κυοφορούσα είναι πιθανότερο να χρησιμοποιήσει νικοτίνη (άρα τσιγάρο), παράνομες ουσίες αλλά και οινοπνευματώδη, ενώ είναι λιγότερο πιθανό ότι θα προσέξει την προγεννητική υγεία της (2). Η κατάθλιψη προ του τοκετού (η κατάθλιψη της κύησης) συσχετίζεται με προεκλαμψία, μικρό βάρος σώματος και μικρή ηλικία κυοφορίαςκαθώς και με πρόωρο τοκετό (3–5).  Στα ανεπιθύμητα νευροσυμπεριφορικά αποτελέσματα περιλαμβάνονται η καθυστέρηση της ανάπτυξης του βρέφους καθώς και προβλήματα στην συμπεριφορά του (6, 7).  Η κατάθλιψη πριν τον τοκετό είναι επίσης ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας της επιλόχειου κατάθλιψης (8)η οποία μπορεί με την σειρά της να επιφέρει πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες στην ιδιοσυγκρασία του νεογνού, στην αλληλεπίδραση μητέρας-παιδιού και στην όψιμη γνωσιακή ικανότητα του νεογνού (9, 10).  Μια πρόσφατη ανάλυση από το σύστημα επαγρύπνησης των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων από 17 πολιτείες σε διάστημα τεσσάρων ετών βρήκε 94 αυτοκτονίες συσχετιζόμενες με κύηση και 139 ανθρωποκτονίες από το 2003 έως το 2007 (20).  Οι μισοί από αυτούς τους βίαιους θανάτους είχαν συσχετιστεί με άσκηση βίας από τον ερωτικό σύντροφο και με ψυχιατρική διαταραχή, γεγονότα συνήθη στην αυτοκτονία της κυοφορούσας (21).
Τέλος, παρατηρήσαμε μια “αταίριαστη” μείωση της συνταγογράφησης αντικαταθλιπτικών σε εφήβους και νέους ενήλικες εξαιτίας  της προειδοποίησης του FDA για αυτοκτονικότητα.  Όμως, η κατάθλιψη που μένει χωρίς αγωγή από μόνη της έχει κατά πολύ μεγαλύτερη επίδραση στην αυτοκτονική συμπεριφορά σε σχέση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες των αντικαταθλιπτικών.  (Σ.τ.μ.: Κανένα φάρμακο δεν επάγει από μόνο του αυτοκτονικό ιδεασμό!)  Οι ψυχίατροι σε γενικές γραμμές έχουν εφαρμόσει την κατάλληλη κρίση στην συνταγογράφηση αντικαταθλιπτικών και ψυχοθεραπειών για αυτόν τον πληθυσμό ασθενών, όχι όμως άλλες ειδικότητες ιατρών (22).  Τώρα χρειάζεται να μιλήσουμε ξεκάθαρα για τους κινδύνους και τα οφέλη της θεραπευτικής αγωγής για τις καταθλιπτικές κυοφορούσες γυναίκες εάν θέλουμε να αποφύγουμε παρόμοιες συνέπειες για την ευεξία τόσο των ιδίων όσο και των βρεφών τους.

Βιβλιογραφία

  • Lorenzo L, Byers B, Einarson A: Antidepressant use in pregnancy. Expert Opin Drug Saf 2011; 10:883–889
  • Zuckerman B, Amaro H, Bauchner H, Cabral H: Depressive symptoms during pregnancy: relationship to poor health behaviors. Am J Obstet Gynecol 1989; 160:1107–1111
  • Kurki T, Hiilesmaa V, Raitasalo R, Mattila H, Ylikorkala O: Depression and anxiety in early pregnancy and risk for preeclampsia. Obstet Gynecol 2000; 95:487–490
  • Wadhwa PD, Sandman CA, Porto M, Dunkel-Schetter C , Garite TJ: The association between prenatal stress and infant birth weight and gestational age at birth: a prospective investigation. Am J Obstet Gynecol 1993; 169:858–865
  • Wisner KL, Sit DK, Hanusa BH, Moses-Kolko EL, Bogen DL, Hunker DF, Perel JM, Jones-Ivy S, Bodnar LM, Singer LT: Major depression and antidepressant treatment: impact on pregnancy and neonatal outcomes. Am J Psychiatry 2009; 166:557–566
  • Deave T, Heron J, Evans J, Emond A: The impact of maternal depression on early child development. BJOG 2008; 115:1043–1051
  • Luomo I, Tamminen T, Kaukonen P, Laippala P, Puura K, Salmelin R, Almqvist F: Longitudinal study of maternal depressive symptoms and child well-being. J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 2001; 40:1367–1374
  • Beck CT: A meta-analysis of predictors of postpartum depression. Nurs Res 1996; 45:297–303
  • Zuckerman B, Bauchner H, Parker S, Cabral H: Maternal depressive symptoms during pregnancy, and newborn irritability. J Dev Behav Pediatr 1990; 114:190–194
  • Hay DF, Pawlby S, Waters CS, Sharp D: Antepartum and postpartum exposure to maternal depression: different effects on different adolescent outcomes. J Child Psychol Psychiatry 2008; 49:1079–1088
  • Chambers C: Selective serotonin reuptake inhibitors and congenital malformations. BMJ 2009; 339:b3525
  • Occhiogrosso M, Omran SS, Altemus M: Persistent pulmonary hypertension of the newborn and selective serotonin reuptake inhibitors: lessons from clinical and translational studies. Am J Psychiatry 2012; 169:134–140
  • Centers for Disease Control and Prevention: Update on overall prevalence of major birth defects: Atlanta, Georgia, 1978–2005. MMWR Morb Louik C , Lin AE, Werler MM, Hernandez-Diaz S, Mitchell AA: First-trimester use of selective serotonin-reuptake inhibitors and the risk of birth defects. N Engl J Med 2007; 356:2675–2683
  • Petersen I, Gilbert RE, Evans SJ, Man SL, Nazareth I: Pregnancy as a major determinant for discontinuation of antidepressants: an analysis of data from The Health Improvement Network. Clin Psychiatry 2011; 72:979–985
  • Croen LA, Grether JK, Yoshida CK, Odouli R, Hendrick V: Antidepressant use during pregnancy and childhood autism spectrum disorders. Arch Gen Psychiatry 2011; 68:1104–1112
  • Daniels JL, Forssen U, Hultman CM, Cnattingius S, Savitz DA, Feychting M, Sparen P: Parental psychiatric disorders associated with autism spectrum disorders in the offspring. Pediatrics 2008; 121:1357–1362
  • Malm H, Artama M, Gissler M, Ritvanen A: Selective serotonin reuptake inhibitors and risk for major congenital anomalies. Obstet Gynecol 2011; 118:111–120
  • Herman MA, Hernandez-Diaz S, Werler MM, Mitchell AA: Causal knowledge as a prerequisite for confounding evaluation: an application to birth defects epidemiology. Am J Epidemiology 2002; 155:176–184
  • Palladino CL, Singh V, Campbell J, Flynn H, Gold KJ: Homicide and suicide during the perinatal period. Obstet Gynecol 2011; 118:1056–1063
  • Cerulli C , Talbot NL, Tang W, Chaudron LH: Co-occurring intimate partner violence and mental health diagnosis in perinatal women. J Womens Health (Larchmt) (Epub ahead of print, Sept 16, 2011)
  • Libby AM, Brent DA, Morrato EH, Orton HD, Allen R, Valuck RJ: Decline in treatment of pediatric depression after FDA advisory on risk of suicidality with SSRIs. Am J Psychiatry 2007; 164:884–891