Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Η απόσυρση του γενόσημου βουπροπιόνης Budeprion XL 300 mg στις ΗΠΑ, μέρος δεύτερο: "Κακό παζάρι" (περιοδικό SELF, ΗΠΑ, 21 Ιουνίου 2009)

Περιοδικό SELF – 21 Ιουνίου 2009
Κακό παζάρι – Οι κίνδυνοι των γενοσήμων φαρμάκων

Όλοι μας θέλουμε φθηνότερα φάρμακα – αρκεί να μην το πληρώνουμε με την υγεία μας.  Οι ανησυχητικές ανεπιθύμητες ενέργειες και μια σειρά ανακλήσεων φαρμάκων κάνουν κάποιους γιατρούς να αναρωτιούνται: είναι τα γενόσημα φάρμακα ασφαλή όπως λέει η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ;  Το περιοδικό SELF ερευνά.

Της Katherine Eban

Και εκεί που η Μπεθ Χάμπαρντ θα έπρεπε να αισθάνεται μια χαρά, η υγεία της κατέρρευσε.
Όντας μια 34χρονη σχεδιάστρια οικιακών ειδών στην περιοχή του Σαιντ Λούις, η Μπεθ Χάμπαρντ είχε παντρευτεί πρόσφατα.  Της άρεσε η δημιουργικότητα της καριέρας της.  Και είχε κατανικήσει την ήπια κατάθλιψη και την κούρασή της με έναν συνδυασμό φυσικής άσκησης, ανάπαυση και φαρμακευτικής αγωγής με το αντικαταθλιπτικό Wellbutrin XL.  Αλλά το φθινόπωρο του 2006, λίγο μετά την εκτέλεση της νέας της συνταγής, το φαρμακείο της έδωσε αυτή τη φορά το Budeprion XL, μια γενόσημη έκδοση του φαρμάκου, και η καλή κατάσταση της υγείας της πέταξε μακριά...
Μέσα σε ένα μήνα, το βάρος της αυξήθηκε κατά 7½ κιλά, δεν μπορούσε να κοιμηθεί καλά, παρουσίασε γαστρεντερικά προβλήματα και αισθάνθηκε τέτοια υπερβολική κόπωση και έλλειψη κινήτρων ώστε σκεφτόταν να κλείσει τη δουλειά της.   Έκλαιγε και ήταν σε κάποια φάση αποσυρμένη για μέρες.  «Κύλισα από τον ανεμοστρόβιλο του γάμου και του μήνα του μέλιτος στην εξάντληση», λέει η Μπεθ Χάμπαρντ.
Ωστόσο δεν βελτιωνόταν. Ο γιατρός της την παρέπεμψε σε τέσσερις ειδικούς, αλλά κανένας, παραπονιέται, «δεν με άκουγε πραγματικά - ήταν απλώς ανήσυχοι για να μου δώσουν ένα άλλο φάρμακο».  Της διέγνωσαν διαδοχικά σοβαρές αλλεργίες, καρδιακό φύσημα, έναν «βραδύ» θυρεοειδή, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, δυσανεξία στη γλουτένη, μονοπυρήνωση και χρόνιο πόνο.  Έπαιρνε κατά διαστήματα διαφορετικά φάρμακα : Ambien (σ.τ.μ. ζολπιδέμη, στην Ελλάδα κυκλοφορεί ως Stilnox) για να τη βοηθήσει να κοιμηθεί το βράδυ – Provigil (σ.τ.μ. μοδαφινίλη, στην Ελάδα γνωστό ως Modiodal) για να την κρατήσει ξύπνια κατά τη διάρκεια της ημέρας - Allegra (φεξοφεναδίνη, αντιϊσταμινικό που δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα), Ζιρτέκ (σετιριζίνη) και Nasacort (τριαμσινολόνη) για τις αλλεργίες – Lexapro (S-σιταλοπράμη, στην Ελλάδα ως Cipralex), Zoloft (σερτραλίνη) και Xanax (αλπραζολάμη) για το άγχος και την κατάθλιψη – και Zelnorm (Tegaserod) για τα προβλήματα του εντέρου.  Και συνέχισε το Budeprion XL όλο αυτό το χρονικό διάστημα.  «Πάλευα για σχεδόν ένα χρόνο με την ασφαλιστική μου εταιρεία για όλες τις εξετάσεις και θεραπεία που χρειαζόμουν», είπε η κυρία Χάμπαρντ.
Μετά από οκτώ μήνες αγώνα με τις μυστηριώδεις αδιαθεσίες της, σε μια έξοδο για φαγητό με φιλικό της πρόσωπο, ανέφερε ότι της είχε τελειώσει το φάρμακό της (το Budeprion XL) και ότι έπρεπε να ανανεώσει την συνταγή της.  Ο συνδαιτυμόνας της είπε ότι είχε πρόσφατα διακόψει το Wellbutrin και του είχαν απομείνει κάποια χάπια που η Μπεθ Χάμπαρντ θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει .
Μέσα σε μια εβδομάδα όλα τα ενοχλητικά συμπτώματα της Μπεθ Χάμπαρντ εξαφανίστηκαν.  Η ενεργητικότητά της επανήλθε ορμητικά.  Και τότε συνέδεσε τα δεδομένα: τα προβλήματά της είχαν αρχίσει μερικές μόνο ημέρες μετά από την έναρξη λήψης του γενόσημου.  Επειδή τα γενόσημα φάρμακα είχαν πάντα λειτουργήσει καλά σε άλλες παθήσεις, μας λέει, «εγώ ποτέ δεν έκανα έστω μια δεύτερη σκέψη ή αναφορά για την αλλαγή του φαρμάκου από το φαρμακείο στο γιατρό μου».  Μέχρι τώρα.
Κάλεσε τον ιατρό της για να διαμαρτυρηθεί για το γενόσημο φάρμακο και ζήτησε να έχει μια νέα συνταγή με το πρωτότυπο φάρμακο μόνο.  Η απάντηση της νοσοκόμας την ισοπέδωσε. «Βεβαίως», είπε η νοσοκόμα ευθύς αμέσως.  «Ακούμε τα ίδια συνεχώς».


Γιατί ο ιατρός σας ανησυχεί;

Εάν πήρατε μια φαρμακευτική συνταγή πρόσφατα, οι περισσότερες πιθανότητες τείνουν στο ότι το φάρμακο ήταν γενόσημο: στις μέρες μας (Σ.τ.μ.: το έτος 2009), τα γενόσημα φάρμακα αποτελούν σχεδόν το εβδομήντα τοις εκατό του συνόλου των συνταγών στις ΗΠΑ, επιτυγχάνοντας πωλήσεις 58.000.000.000 $ το 2007.  Αγχωμένοι να μειώσουν το κόστος, οι ασφαλιστές υγείας δημιουργούν στους ασθενείς μαζική στροφή σε φάρμακα φθηνότερα στην παρασκευή, δοκιμή και τελικά στην αγορά τους επειδή οι παρασκευαστές τους μπορούν να εκμεταλλευτούν την έρευνα και την προώθηση που έχει ήδη γίνει από τις εταιρείες πρωτότυπων φαρμάκων.  Οι φαρμακοποιοί στις περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ είναι επίσης ελεύθεροι να παράσχουν στους ασθενείς οποιαδήποτε μορφή του φαρμάκου είναι η φθηνότερη για να προμηθευτούν, χωρίς να ενημερώνεται ο ιατρός που κάνει την συνταγογράφηση του φαρμάκου - σε ορισμένες πολιτείες, απαιτείται από τα φαρμακεία να κάνουν αυτήν την αλλαγή.  Και λίγοι από εμάς διαμαρτύρονται όταν αυτό συμβαίνει: οι γυναίκες που ούτε καν θα διανοούνταν να αντικαταστήσουν την Diet Pepsi με την Diet Coke, απλά και μόνο λόγω της γεύσης, προχωρούν ανυπόμονα σε αλλαγές σε ζωτικής σημασίας φάρμακα, μόνο και μόνο επειδή η αλλαγή μπορεί να μειώσει την συμμετοχή τους στο ήμισυ.
Πολλοί νομοθέτες και εμπειρογνώμονες των πολιτικών υγείας λένε ότι η τάση δεν μειονεκτεί ιδιαίτερα.  «Τα γενόσημα φάρμακα έχουν την ίδια δραστική ουσία όπως τα επώνυμα φάρμακα και παρασκευάζονται σε μονάδες εγκεκριμένες από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ, όπως ακριβώς τα επώνυμα πρωτότυπα φάρμακα», λέει ο Ααρών Σ. Κεσσελχάιμ, επίκουρος καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ στη Βοστώνη των ΗΠΑ.  Σε μια ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας (JAMA), ο Δρ. Κεσσελχάιμ αξιολόγησε δεδομένα από 47 κλινικές μελέτες και δεν βρήκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι οι ασθενείς με επώνυμα/πρωτότυπα φάρμακα του καρδιαγγειακού συστήματος είχαν κλινικά αποτελέσματα ανώτερα από εκείνους με γενόσημα φάρμακα.  Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα αποτελέσματα, και τις ενέργειες στις οποίες ορισμένες εταιρείες πρωτοτύπων φαρμάκων έχουν φτάσει για να προστατέψουν τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τα κέρδη τους, είναι εύκολο να πιστέψουμε ότι τα οποιαδήποτε υποτιθέμενα προβλήματα με γενόσημα φάρμακα είναι «μια ιστορία μαγειρεμένη από τις μεγάλες πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρείες» - αυτό είναι άλλωστε το συμπέρασμα του παρατηρητή των καταναλωτών Πήτερ Λούρι, αναπληρωτή διευθυντή της ομάδας ερευνών υγείας στο «Public Citizen» στην Ουάσιγκτον.
Αλλά μια πολυετή έρευνα από το περιοδικό SELF - συμπεριλαμβανομένων περισσότερων των πενήντα συνεντεύξεων και των αρχείων που διέρρευσαν από μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες γενόσημων φαρμάκων στον κόσμο, την Ranbaxy - εγείρει ερωτήματα σχετικά με το αν κάποια νέα γενόσημα είναι εξίσου ασφαλή και αποτελεσματικά με τα πρωτότυπα φάρμακα.  Αν και η ανασκόπηση του Δρ. Κεσσελχάιμ μελέτησε όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, πολλές από αυτές τις μελέτες είχαν ολοκληρωθεί προτού η πρόσφατη πλημμύρα των γενοσήμων χτυπήσει την αγορά και πολλά εργοστάσια γενόσημων φαρμάκων μεταφερθούν στο εξωτερικό, εκτός των ΗΠΑ.  Στα αιτήματα προς την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) για νέα γενόσημα, σχεδόν το ενενήντα τοις εκατό των εργοστασίων που παρέχουν δραστικά συστατικά βρίσκονται εκτός των ΗΠΑ, όπου οι επιθεωρήσεις του FDA μειώθηκαν κατά πενήντα επτά τοις εκατό μεταξύ 2001 και 2008.
«Ο μέσος πολίτης θα ήθελε να ξέρει ότι κάποιος ελέγχει το ότι οι κατασκευαστές παρασκευάζουν τα φάρμακα που πήραν την έγκριση να παρασκευάσουν», λέει ο Γουίλιαμ Κ. Χάμπαρντ από το Τσάπελ Χιλλ στην Βόρεια Καρολίνα, αναπληρωτής επίτροπος για την πολιτική και τον προγραμματισμό της Υπηρεσίας Τροφίμων και φαρμάκων των ΗΠΑ τα έτη 1991-2005 (και δεν έχει καμία σχέση με την Μπεθ).  «Αυτό δεν συμβαίνει, και οι κίνδυνοι για τους καταναλωτές είναι δυνητικά τεράστιοι.  Παίρνω γενόσημα φάρμακα όταν συνταγογραφούνται για μένα, αλλά η εμπιστοσύνη μου σε αυτά είναι μικρότερη από ότι ήταν πριν από ένα χρόνο και συνεχώς μειώνεται».
Τα γενόσημα φάρμακα, που τέθηκαν σε ευρεία χρήση αφού το Κογκρέσσο των ΗΠΑ εκσυγχρόνισε τις απαιτήσεις για τις δοκιμές τους το 1984, υποτίθεται ότι βρίσκονται υπό αυστηρό ρυθμιστικό έλεγχο.  Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν οι εταιρείες πιάστηκαν να «λαδώνουν» επιθεωρητές με σκοπό να εγκριθούν τα γενόσημα φάρμακά τους, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) αναθεώρησε τους κανόνες της.  Η Υπηρεσία ορκίστηκε να επιθεωρεί κάθε εργοστάσιο πριν δώσει το πράσινο φως σε οποιαδήποτε κυκλοφορία γενοσήμου.  Και πρόσφατα απαίτησε από οποιαδήποτε κατασκευαστή γενόσημων φαρμάκων επιθυμούσε να λάβει έγκριση για ένα φάρμακο να παρασκευάσει μια δοκιμαστική παρτίδα του προτεινόμενου φαρμάκου και στη συνέχεια να παράξει τρείς μεγαλύτερες παρτίδες για να δείξει τις δυνατότητες παραγωγής.  «Έχω πει στη βιομηχανία ότι είναι υπεύθυνοι για την υγεία του αμερικανικού κοινού», λέει ο Gary Buehler, διευθυντής του γραφείου γενόσημων φαρμάκων της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων (σ.τ.μ. τότε… - και προσέξτε αυτό το επώνυμο), προσθέτοντας , «έχουμε διανύσει πολύ δρόμο στον τρόπο που κάνουμε τις επιθεωρήσεις».
Αλλά το περιοδικό SELF διαπίστωσε ότι οι μεταρρυθμίσεις της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) έχουν σε μεγάλο βαθμό σταματήσει.  Οι επιθεωρήσεις ενεργοποιούνται σε λίγες αιτήσεις (γενοσήμων), σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν καλά την διαδικασία, και αντί των τριών παρτίδων που απαιτούνται, οι εταιρείες παρασκευάζουνμία ή καμία.  Έχουν έρθει στο φως προβλήματα παρασκευής, με έξι εταιρείες παραγωγής γενόσημων να έχουν ανακαλέσει είκοσι προϊόντα το 2008.  Η KV Pharmaceutical Company, μια εταιρεία κατασκευής φαρμάκων τόσο του καρδιαγγειακού όσο και αναλγητικών, ανακάλεσε από την κυκλοφορία κυριολεκτικά ό,τι παρασκεύαζε.  «Η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων είναι ικανοποιημένη για το ότι τα γενόσημα φάρμακα είναι εντάξει», λέει η Νάντα Στότλαντ, Ψυχίατρος στο Σικάγο και  πρόεδρος της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας.  «Η ερώτησή μου είναι: Είμαστε όντως ικανοποιημένοι;».


Είναι τα γενόσημα πραγματικά το ίδιο με τα πρωτότυπα;

Μεταξύ των ετών 2000-2008, ο αριθμός των νέων γενόσημων φαρμάκων που προωθήθηκε για έγκριση από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων αυξήθηκε κατά σαράντα τοις εκατό και οι εγκρίσεις διπλασιάστηκαν, με περίπου 600 εγκεκριμένα φάρμακα να πωληθούν το προηγούμενο έτος.  «Οι εταιρείες παραγωγής γενόσημων είναι δημοφιλείς στο Καπιτώλιο, επειδή η βιομηχανία είναι ισχυρή και οι ψηφοφόροι ανησυχούν προκειμένου να έχουν φθηνότερα φάρμακα. Υπήρχε πάντα πίεση σε εμάς για να μειωθούν τα εμπόδια εισόδου στην αγορά», λέει ο ιατρός Σκοτ Γκότλιμπ, αναπληρωτής επίτροπος ιατρικών και επιστημονικών υποθέσεων για την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων τα έτη 2005-2007.  (Ο Δρ. Γκότλιμπ είναι πλέον στέλεχος του American Enterprise Institute, ενός συντηρητικού think tank στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ που επίσης συμβουλεύει τις φαρμακευτικές εταιρείες πρωτοτύπων φαρμάκων).
Επειδή τα πρωτότυπα φάρμακα έχουν ήδη δοκιμαστεί κλινικά, οι εταιρείες γενόσημων φαρμάκων που υποβάλλουν αίτηση για την έγκριση του FDA δεν χρειάζεται να επαναλάβουν αυτή τη διαδικασία για τα δικά τους σκευάσματα.  Αντ' αυτού, τα φάρμακά τους θα πρέπει να ελεγχθούν σε τουλάχιστον 20 άτομα – τα άτομα αυτά λαμβάνουν μόνο μία δόση, έτσι ώστε το φάρμακο να μην δοκιμάζεται σε βάθος χρόνου.  Εάν οι δοκιμές δείξουν ότι το γενόσημο περιέχει την ίδια δραστική ουσία όπως το πρωτότυπο ενώ περιέχει και παρέχει περίπου την ίδια δόση, τότε η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων το θεωρεί «βιοϊσοδύναμο» και το εγκρίνει για να πωληθεί.
Αλλά, όπως η Μπεθ Χάμπαρντ ανακάλυψε, οι ασθενείς βρίσκουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των φαρμάκων που η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ έχει κρίνει ως ισοδύναμα.  Ο Φαρμακολόγος Τζο Γκρέντον και η σύζυγός του Τέρι, συμπαρουσιαστές της ραδιοφωνικής εκπομπής «Λαϊκό Φαρμακείο (Peoples Pharmacy – και με ομώνυμη ιστοσελίδα σ.τ.μ.), έλαβαν καταγγελίες για δεκάδες γενόσημα φάρμακα είτε αντικαταθλιπτικά, είτε αντιϋπερτασικά, είτε δυσλιπιδαιμικά και άλλα.  Οι καταναλωτές περιέγραφαν φάρμακα που δεν είχαν καμία επίδραση, προκαλούσαν παράξενες παρενέργειες ή επιδείνωναν τα νοσήματα τα οποία υποτίθετο ότι αντιμετωπίζονταν.  Ο Τζο Γκρέντον λέει ότι έμεινε «έκπληκτος» από το ξέσπασμα.  «Δεν είμαι στην πίσω τσέπη των φαρμακευτικών εταιρειών – θέλω τα γενόσημα να είναι καλά», λέει.  «Αλλά όσο περισσότερο σκαλίζαμε, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσαμε ότι κανείς δεν παρακολουθεί την ισοδυναμία των φαρμάκων αυτών».
Μετά τη δοκιμασία της, η Μπεθ Χάμπαρντ έψαξε στο Διαδίκτυο.  Κατάπληκτη, παρακολούθησε εκατοντάδες σχόλια στο PeoplesPharmacy.org, ασθενών πολλοί από τους οποίους είχαν στραφεί στο ίδιο φάρμακο που είχε πάρει - το Budeprion XL 300 mg, το οποίο η Impax Laboratories παρασκευάζει και η Teva Pharmaceutical Industries διανέμει.  Ένας ασθενής έγραψε, «Δεν έχω κανένα ιστορικό αυτοκτονικού ιδεασμού, αλλά μια μέρα μετά τη μετάβαση στο γενόσημο βίωσα μια εβδομάδα με σταθερά αυξανόμενο πανικό ...ήμουνα ψυχωσικός, σιχαινόμουνα τον εαυτό μου με έναν τρόπο που δεν είχα βιώσει ποτέ.  Έφτασα στα χειρότερα, τηλεφώνησα σε μια γραμμή αυτοκτονίας, πήρα δύο Tavor και δεν ξαναπήρα πλέον το Budeprion.  Την επόμενη μέρα ένιωθα πολύ καλύτερα, και σήμερα πλέον είμαι πίσω στον κανονικό μου εαυτό».
Αν τα φάρμακα ήταν πραγματικά βιοϊσοδύναμα, τι θα μπορούσε να εξηγήσει τέτοιες αποκλίνουσες αντιδράσεις;  Το περασμένο φθινόπωρο, οι Γκρέντον συνεργάστηκαν με το ConsumerLab.com, ένα ανεξάρτητο εργαστήριο δοκιμών στο White Plains της Νέα Υόρκης, για να μάθουν τι συνέβαινε.  Οι εξετάσεις αποκάλυψαν ότι η δόση των 300 mg του Budeprion XL που η Μπεθ Χάμπαρντ είχε λάβει απελευθέρωνε τέσσερις φορές περισσότερη δραστική ουσία κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων ωρών σε σχέση με το πρωτότυπο.  Ο Γκρέντον συγκρίνει το αποτέλεσμα αυτό με την υπερκατανάλωση οινοπνευματωδών.  «Αν πίνετε ένα ποτήρι κρασί κατά τη διάρκεια δύο ή τριών ωρών, δεν πρόκειται να αισθανθείτε μεθυσμένοι», εξηγεί.  «Αλλά εάν πιείτε όλο το ποτήρι μέσα σε 15 λεπτά, τότε προσλαμβάνετε μεγάλη ποσότητα πολύ γρήγορα».
Οι φαρμακευτικές μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης, οι οποίες ελέγχουν πόσο γρήγορα ένα φάρμακο διαλύεται στο αίμα σας, είναι κάτι που οι φαρμακευτικές εταιρείες αναπτύσσουν προσεκτικά και κατοχυρώνουν με διπλώματα ευρεσιτεχνίας.  Και τα δικαιώματα από αυτά τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας (πατέντες) για τις φαρμακευτικές μορφές βραδείας απελευθέρωσης συχνά παραμένουν άθικτα έστω και αν η πατέντα για το δραστικό συστατικό ενός φαρμάκου έχει λήξει.  Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες γενόσημων πρέπει μερικές φορές να κατασκευάσουν το δικό τους σύστημα παρατεταμένης απελευθέρωσης, όπως συνέβη στην περίπτωση της Budeprion XL 300 mg.  Μετά την διερεύνηση των καταγγελιών, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων κατέληξε σε μια έκθεση του 2008 στο συμπέρασμα ότι τα προβλήματα των ασθενών ήταν πιο πιθανόν να προκαλούνται από τις συνήθεις υποτροπές της κατάθλιψης παρά από τις διαφορές των φαρμάκων, και η Teva τόνισε ότι ακολουθούνται όλοι οι κανόνες του FDA.  Αλλά αυτή η έκθεση, και η αρχική έγκριση του δισκίου των 300 mg, βασίστηκε αποκλειστικά στα δεδομένα που η Teva είχε υποβάλει για το δισκίο 150 mg - η απόφαση της υπηρεσίας ήταν ότι οι δόσεις ήταν ανάλογες και θα συμπεριφέρονταν παρόμοια στο σώμα. «Ούτε η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) ούτε η Teva έκανε τις απαραίτητες μελέτες βιοϊσοδυναμίας για αυτό το δισκίο», αντιτείνει ο Τοντ Κούπερμαν, ιατρός και πρόεδρος της ConsumerLab.com.
Ο Gary Buehler σημειώνει ότι η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων δεν θα εγκρίνει τα γενόσημα φάρμακα που οι επιστήμονες της θεωρούν ότι έχουν «κλινικά σημαντικές» διαφορές στα ποσοστά αποδέσμευσης σε σχέση με το πρωτότυπο.  Αλλά οι μελέτες βιοϊσοδυναμίας στην οποία βασίζεται μια τέτοια απόφαση αυτή δεν είναι δημόσιες, έτσι όμως οι γιατροί και οι ασθενείς δεν έχουν καμία δυνατότητα να γνωρίζουν, πότε η Υπηρεσία διαπίστωσε μια διαφορά και πόσο δραματική είναι.  Ούτε μπορούν να βρουν εύκολα τις διαφορές στα συμπληρωματικά και πρόσθετα, τα οποία μπορεί να αλλάξουν τον ρυθμό απελευθέρωσης ή σε σπάνιες περιπτώσεις να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.  «Είναι τρομακτικό να σκεφτείς ότι η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) θα εγκρίνει κάτι που ξέρει είναι διαφορετικό και εξακολουθούν να το αποκαλούν ισοδύναμο» λέει ο Δρ. Κούπερμαν.
Μερικοί γιατροί ανησυχούν όχι μόνο με το πόσο γρήγορα ένα γενόσημο απελευθερώνει τη δόση του, αλλά και για την ισχύ της ίδιας της δόσης.  Και αυτό επειδή για μερικά φάρμακα, όπως τα αντιεπιληπτικά και εκείνα του καρδιαγγειακού, ακόμη και μικρές διαφορές στην δραστικότητα μπορεί να αντανακλούν τη διαφορά μεταξύ μιας αναποτελεσματικής υποδοσολογίας και μιας τοξικής υπερδοσολογίας.
Η Στέφανι Μπόρνις, μια 22χρονη οικοκυρά μητέρα δύο μικρών παιδιών στο Μπρίστολ της Πενσυλβάνια, και πάσχουσα από επιληψία από το 2002, λέει ότι δεν είχε ούτε ένα σπασμό σε έξι χρόνια, χάρη στο φάρμακο Trileptal.  Όμως την περασμένη χρονιά, μετά από περίπου ένα μήνα που ελάμβανε το γενόσημο οξκαρβαζεπίνης, η Μπόρνις άρχισε να έχει τόσο οικεία όσο και τρομακτικά συμπτώματα, σαν το τρέμουλο  πριν από έναν σεισμό.  «Κάποιος θα μου μιλούσε και δεν θα τον καταλάβαινα, ή η όραση μου θα θόλωνε», θυμάται.  Ένα απόγευμα, εμφανίστηκε ξαφνικά μια επιληπτική κρίση.  Εκείνη έσπευσε να βάλει τον νεογέννητο γιο της με ασφάλεια στην κούνια του πριν, όπως έλεγε «όλα μαυρίσουν».
Η ιατρός της Στέφανι Μπόρνις εκείνη την εποχή, η κυρία Ζακελίν Φρεντς, καθηγήτρια Νευρολογίας στο Ευρύτερο Κέντρο Επιληψίας του Πανεπιστήμιου της Νέας Υόρκης, σύντομα επιβεβαίωσε τις υποψίες της Μπόρνις ότι το γενόσημο προκαλεί το πρόβλημα και επανέφερε την αγωγή της στο πρωτότυπο.  Η Δρ. Φρεντς περιγράφει την υπόθεση ως «ξεκάθαρη αποτυχία» του γενοσήμου και όχι την μοναδική που έχει δει.  «Η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων μας λέει ότι τα φάρμακα [περιεκτικότητα δόσεων] είναι τα ίδια μέσα σε ορισμένα περιθώρια και ότι θα πρέπει να είναι όλα εντάξει», λέει η Δρ. Φρεντς.  «Αλλά υπάρχουν ασθενείς που κρατιούνται από τα δόντια να μην κάνουν επιληπτικές κρίσεις».
Η εξασφάλιση της σωστής δόσης γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη , όταν οι φαρμακοποιοί μεταφέρουν τους πελάτες τους από μια γενόσημη μορφή ενός φαρμάκου σε μιαν άλλη, λέει ο Τζων Σ. Αντάλις, ένας οικογενειακός ιατρός στο Ντάλτον της Γεωργίας, ο οποίος έχει υπηρετήσει στην Επιτροπή για την Ασφαλή Χρήση των Φαρμάκων της Αμερικανικής Φαρμακοποιΐας (μια μη κερδοσκοπική οργάνωση στο Ρόκβιλ του Μαίρυλαντ, που ορίζει επίσημες προτυποποιήσεις για όλα τα φάρμακα στις ΗΠΑ).  Ο Δρ. Αντάλις παραθέτει τις δεκάδες γενόσημες εκδοχές βαρφαρίνης του πρωτοτύπου αντιπηκτικού Coumadin (στην Ελλάδα ως Panwarfin).  Είναι ένα φάρμακο που απαιτεί από τους ασθενείς να έχουν τακτικές εξετάσεις πηκτικότητας αίματος - υπάρχει κίνδυνος για σχηματισμό θρόμβων αίματος εάν έχουν πολύ μικρή δόση και για εσωτερική αιμορραγία εάν παίρνουν πάρα πολύ μεγάλη.  «Έγινε πολύ πιο δύσκολο να παρακολουθείται η πήξη στο αίμα των ασθενών», λέει ο Δρ. Αντάλις, «επειδή οι ασθενείς είχαν μεταφερθεί μεταξύ τόσων πολλών γενοσήμων της βαρφαρίνης που ήταν δύσκολο να πω ποιο φάρμακο προκάλεσε ποιο αποτέλεσμα.  Προσπαθώ να παρακολουθήσω κάθε υποψία αλλαγής, αλλά είναι δύσκολο», λέει.
Οι ιατρικές εταιρείες, όπως η Αμερικανική Ακαδημία Νευρολογίας στο Σαιντ Πωλ της Μινεσσότα, η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία στο Ντάλας και η Ενδοκρινολογική Εταιρεία στο Τσέβι Τσέις του Μαίρυλαντ - των οποίων όλοι οι ιατροί συνταγογραφούν φάρμακα που απαιτούν προσεκτική ρύθμιση της δοσολογίας, έχουν προειδοποιήσει την ιατρική κοινότητα να παρακολουθεί τις αντιδράσεις στα γενόσημα φάρμακα.  Έχουν καλέσει επίσης την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων να μελετήσει το θέμα με περισσότερες λεπτομέρειες.  (Πολλές ιατρικές εταιρείες έχουν δεσμούς με φαρμακευτικές εταιρείες πρωτοτύπων - για παράδειγμα, η Abbott Laboratories, κατασκευάστρια του δημοφιλούς πρωτοτύπου φαρμάκου του θυρεοειδούς Synthroid, έχει κάνει δωρεά στην Αμερικανική Ένωση Κλινικής Ενδοκρινολογίας στο Τζάκσονβιλ της Φλόριντα των ΗΠΑ).
Ορισμένοι ειδικοί θεωρούν ότι οι καταγγελίες γίνονται για να εκπληρωθούν οι προσδοκίες: πιστεύουμε ότι ένα γενόσημο θα είναι χειρότερο, και αυτό έτσι είναι.  «Οι άνθρωποι ακούνε τη λέξη γενόσημο και σκέφτονται για ανώνυμα δημητριακά σε πλαστικό περιτύλιγμα» λέει ο Δρ. Kesselheim.  Όμως άλλοι αμφισβητούν αυτή την ιδέα.  «Οι ασθενείς ανυπομονούν να πληρώνουν μικρότερο ποσό συμμετοχής», λέει ο ιατρός Άνταμ Κέλλερ Άστον, κλινικός καθηγητής της Ψυχιατρικής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, στην Σχολή Ιατρικής και Βιοϊατρικών Επιστημών στο Μπάφαλο.  (Ο Δρ. Άστον λέει ότι έχει κερδίσει χρήματα από τους δημιουργούς του Wellbutrin στο παρελθόν, αλλά όχι στα δύο προηγούμενα έτη, και δεν έχει δεσμούς με γενόσημα).  Αυτός υπολογίζει ότι τουλάχιστον 75 από τους ασθενείς του έχουν διαμαρτυρηθεί για την γενόσημη έκδοση των 300 mg του Wellbutrin XL.  «Αν το πρόβλημα ήταν στο κεφάλι τους, γιατί δεν ήταν στο κεφάλι άλλων που τα φάρμακά τους αντικαταστάθηκαν με γενόσημα;» λέει, προσθέτοντας ότι πολλοί από τους ασθενείς του αισθάνθηκαν τόσο άσχημα ώστε αν δεν είχε παρέμβει, «τα πράγματα θα μπορούσαν να φτάσουν σε σημείο όπου οι ζωές τους θα ήταν σε κίνδυνο».


Επικίνδυνα Εργοστάσια

Η Στέφανι Τ., μια 33χρονη στην Νέα Υόρκη, ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία για το πού κατασκευάζονται τα συνταγογραφούμενα φάρμακα της.  Ήξερε μόνο ότι την βοηθούσαν να είναι υγιής μετά από χρόνια που πολεμούσε την σχιζοσυναισθηματική διαταραχή.  Τον Ιανουάριο του 2007, ήταν παραγωγική και πάλι, πίσω στο σχολείο και μελετούσε για ένα πτυχίο στην κωδικοποίηση και χρέωση στην ιατρική.  Είχε ήδη λάβει ένα γενόσημο φλουοξετίνης (το πρωτότυπο είναι το Prozac/Ladose) από μια κροατική εταιρεία, την Pliva.  Στη συνέχεια το φαρμακείο της άλλαξε το γενόσημο φλουοξετίνης σε ένα που κατασκεύαζε ο ινδικός γίγαντας γενοσήμων Ranbaxy.  Κατά τη διάρκεια των επόμενων έξι μηνών έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη.  «Ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ όλη μέρα», θυμάται η Στέφανι, η οποία ζήτησε από το SELF να μην δημοσιευτεί το επίθετό της.  «Δεν έτρωγα – δεν μπορούσα να προχωρήσω την δουλειά στη σχολή μου.  Έκλαιγα όλη την ώρα».  «Αν δεν πάλευε για την οικογένειά της, λέει , «δεν νομίζω να ήμουνα εδώ γύρω».
Ήταν αναπάντεχο ότι ο φαρμακοποιός της Στέφανι την επανέφερε στο αρχικό γενόσημο που παρασκεύαζε η Pliva.  «Μέσα σε λίγες μέρες ήμουν άλλος άνθρωπος.  Θυμάμαι που ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και σκεφτόμουν: Τι έκανα διαφορετικά;» λέει.  «Όταν οι άνθρωποι είναι ψυχικά ασθενείς, το να αλλάζεις τα φάρμακά τους είναι σαν να παίζεις με το μυαλό κάποιου.  Θα μπορούσα να είχα αυτοκτονήσει και κανείς δεν θα γνώριζε γιατί».
Αυτό που δεν μπορούσε να γνωρίζει ήταν ότι η κυβέρνηση μοιραζόταν την άποψή της για τα φάρμακα της Ranbaxy.  Μια ποινική έρευνα για την εταιρεία ήταν σε εξέλιξη εδώ και ενάμισυ χρόνο, η οποία κινητοποιήθηκε από τους ισχυρισμούς των εργαζομένων ότι οι παρασκευαστικές της προσπάθειες της περιβλήθηκαν με απάτες.
Τον Αύγουστο του 2005, ένας εργαζόμενος μέσα από την Ranbaxy είχε «σφυρίξει»  πληροφορίες σε εμπειρογνώμονες δημόσιας υγείας στις Ηνωμένες Πολιτείες.  Τα έγγραφα (που το περιοδικό SELF κατέχει) ισχυρίζονταν ότι η Ranbaxy είχε αλλάξει τα δεδομένα των κλινικών δοκιμών, απέκρυψε τις αποκλίσεις τους από τις ασφαλείς πρακτικές παρασκευής και χρησιμοποίησε δραστικές φαρμακευτικές ουσίες από μη εγκεκριμένες πηγές.  Οι πελάτες της έπαιρναν φάρμακα που ήταν δυνητικά «περισσότερο ισχυρά, λιγότερο ισχυρά ή νοθευμένα», σύμφωνα με ένα κατηγορητήριο που κατατέθηκε από την κυβέρνηση σε Περιφερειακό Δικαστήριο των ΗΠΑ στο Μέριλαντ πέρυσι.
Τα υπό αμφισβήτηση φάρμακα παρήχθησαν εν μέρει για ένα πρόγραμμα που ξεκίνησε ο Τζορτζ Μπους και κλήθηκε PEPFAR (προεδρικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης για την ανακούφιση από το AIDS), το οποίο στέλνει φάρμακα με τον τόνο στην Αφρική.  Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ανησυχούν ότι η Ranbaxy είχε πουλήσει αμφισβητήσιμης ποιότητας φάρμακα κατά του AIDS σε πρόγραμμα που χρηματοδοτούνταν από τους φορολογούμενους.  Και κατά τους μήνες που ακολούθησαν, θα εμφανίζονταν στοιχεία ότι τα ύποπτα φάρμακα της Ranbaxy θα έφθαναν επίσης στους Αμερικανούς.
Σύμφωνα με τις εκατοντάδες των σελίδων των εγγράφων τα οποία το περιοδικό SELF λαμβάνει μέσω του Νόμου για την Ελευθερία στην Πληροφόρηση (Freedom of Information Act), οι επιθεωρητές της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων θα διαπίστωναν τελικά ότι η Ranbaxy καθυστερούσε να ενημερώσει τα αρμόδια όργανα επί μήνες σχετικά με τις απαράδεκτες προσμίξεις στο γενόσημο του αντιεπιληπτικού γκαμπαπεντίνη.  Η εταιρεία, επίσης απέτυχε να αναφέρει ή ανέφερε καθυστερημένα καταγγελίες από ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με γενόσημη φλουοξετίνη, γενόσημη ισοτρετινοΐνη και υπναγωγά.  Σε μια προηγούμενη περίπτωση, η εταιρεία δεν είχε ενημερώσει την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων για μια αναφορά από μια έγκυο γυναίκα που πήρε τα υπνωτικά της και γέννησε ένα μωρό με διαμαρτίες εκ γενετής και καθυστέρηση της ανάπτυξης.  Η Ranbaxy παραδέχθηκε τα λάθη της και είπε στην Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων ότι θα θέσει σε εφαρμογή συγκεκριμένες διαδικασίες για να μην συμβεί αυτό ξανά.
Το σκάνδαλο Ranbaxy είναι το σαφέστερο μέχρι τώρα στοιχείο για την προσπάθεια της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων να παρακολουθεί τις φαρμακευτικές εταιρείες που αυξάνουν δραματικά την παραγωγή τους και παρασκευάζουν όλο και περισσότερο τα προϊόντα τους στην Ινδία και την Κίνα.  Τα πρωτότυπα φάρμακα παρασκευάζονται στο εξωτερικό επίσης, αλλά η παγκοσμιοποίηση έχει πιο δραματικές στη βιομηχανία γενόσημων φαρμάκων.  Με τους πρόσφατους ρυθμούς επιθεώρησης, θα απαιτούνταν από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων 13 χρόνια για να δει κάθε εργοστάσιο του εξωτερικού μια φορά, ενώ ο οργανισμός ελέγχει τα εργοστάσια του εσωτερικού κάθε 2,7 χρόνια, σύμφωνα με την Γραφείο Υπευθυνότητας (Accountability Office) της αμερικανικής κυβέρνησης.  Οι επιθεωρητές γενικά δαπανούν λιγότερο χρόνο σε επιθεωρήσεις στο εξωτερικό σε σχέση με την εγχώρια αγορά και συχνά πρέπει να πάρουν άδεια από ξένες κυβερνήσεις, πράγμα που σημαίνει ότι οι εταιρείες γνωρίζουν ότι οι επιθεωρητές έρχονται.  Οι επιθεωρήσεις συχνά θα βρουν χώρους εργασίας που δεν είναι στείροι ή κατώτερες τεχνικές παραγωγής, λένε πρώην αξιωματούχοι της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων.  Ωστόσο, η υπηρεσία συχνά βασίζεται σε έγγραφα από τα ίδια τα εργοστάσια για να διαπιστωθεί αν έχουν προβλήματα έχουν επιλυθεί, λέει ο ιατρός Μπράιαν Α. Λιανγκ, εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου Σπουδών επί των Νόμων για την Υγεία στην Δυτική Νομική Σχολή της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο.  Σε πολλές περιπτώσεις, οι εταιρείες μπορούν να δώσουν στον εαυτό τους ένα καθαρό υγειονομικό συγχωροχάρτι.  «Η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων κάνει μια επιθεώρηση και σπάνια επιστρέφει πίσω», λέει ο Δρ. ΛΙανγκ.  «Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί μετά από εκείνο το σημείο.  Πρόκειται για ένα τεράστιο νομικό κενό».


Η απόδειξη της απάτης

Πολλές φαρμακευτικές εταιρείες κάνουν πολύ περισσότερα από το να παρασκευάζουν φάρμακα: μέσω των θυγατρικών ή της εξωτερικής ανάθεσης, η Ranbaxy χειρίζεται κάθε στάδιο της διαδικασίας ανάπτυξης γενόσημων φαρμάκων, από την προμήθεια πρώτων υλών μέχρι την δοκιμή φαρμάκων σε εθελοντές.  Όταν μια εταιρεία έχει τόσο πολύ τον έλεγχο της παραγωγής, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων αποτελεί έναν από τους ελάχιστους θεσμούς ελέγχου για την ασφάλεια των φαρμάκων.
Οι έλεγχοι αυτοί φαίνεται να έχουν αποτύχει.  Τα έγγραφα που «προωθήθηκαν» στο SELF υποδεικνύουν ότι η εταιρεία είτε έδειξε επικίνδυνη προχειρότητα ή ξεκάθαρα προχώρησε σε απάτη σε έναν ακρογωνιαίο λίθο της διαδικασίας παραγωγής φαρμάκων γνωστού ως δοκιμή σταθερότητας.  Όπως ένα λίτρο γάλα στο ψυγείο, τα φάρμακα μπορούν να «χαλάσουν».  Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα τα συστατικά τους θα αποσυντεθούν/αποσαθρωθούν – από τη στιγμή που θα αποσαθρωθούν, το προϊόν γίνεται ακάθαρτο και πιθανώς άχρηστο ή ακόμα και επικίνδυνο.  Αλλά τα στοιχεία από την Ranbaxy έδειξαν το απίστευτο: επίπεδα καθαρότητας που ποτέ δεν μειώνονταν, που βελτιώνονταν ή ήταν ταυτόσημα για ξεχωριστές παρτίδες, κάτι αδύνατο στατιστικά.  Το περιοδικό SELF έδωσε τις 25 σελίδες των εγγράφων σε έναν ειδικό επιστήμονα ο οποίος επέβλεπε τις διαδικασίες διασφάλισης της ποιότητας για μια εταιρεία παραγωγής φαρμάκων, ο οποίος αποφάνθηκε ότι «αυτά είναι είτε επεξεργασμένα - «φτιαχτά» - δεδομένα, είτε δεν έχουν προσωπικό που να έχει μάθει έστω χημεία στο γυμνάσιο».
Σε μια ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ένας διευθυντής της Ranbaxy στην Ινδία διαπιστώνει ότι το γεγονός ότι τα δεδομένα δεν δείχνουν καμία αύξηση σε προσμίξεις/ακαθαρσίες από τους 9 στους 12 μήνες  «θα προκαλέσει σίγουρα αμφιβολίες, θα πρέπει να αναθεωρηθούν αυτά τα δεδομένα».  Και μια εσωτερική ανασκόπηση των διαδικασιών ποιότητας δείχνει ότι σε αρκετές περιπτώσεις , η εταιρεία αναμίγνυε τα συστατικά ενός αντιρετροϊκού φάρμακου για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο μπορούσε να τα καταστήσει αναποτελεσματικά ή τοξικά.  «Αν είστε ένας ρυθμιστικός μηχανισμός και το δείτε αυτό, τότε είναι που πρέπει να πείτε: για εσάς διπλοκλειδώνουμε την εξώπορτα» λέει ο ειδικός επιστήμονας, προσθέτοντας: «αν η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων είχε στην κατοχή της αυτά, τότε θα έπρεπε να βάλετε το φάρμακο αυτό στην λίστα των ...τρομοκρατικών οργανώσεων».
Η υπηρεσία όμως είχε τα έγγραφα - και συγκέντρωνε περισσότερα στοιχεία για το ότι τα προϊόντα της εταιρείας ενδέχεται να είναι επικίνδυνα.  Τον Φεβρουάριο του 2006, ένα χρόνο πριν η Στέφανι Τ. υποτροπιάσει, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμακων απέστειλε επιθεωρητές σε ένα από τα εργοστάσια της Ranbaxy στην Ινδία και διαπίστωσε σοβαρά προβλήματα στην παραγωγή.  Το 2007 , ομοσπονδιακοί ερευνητές πραγματοποίησαν επιδρομή στις εγκαταστάσεις Ranbaxy στο Νιου Τζέρσευ, προχωρώντας σε κατάσχεση εγγράφων και ηλεκτρονικών υπολογιστών.  Μια επιθεώρηση σε δεύτερο εργοστάσιο στην Ινδία στις αρχές του 2008 διαπίστωσε ότι φάρμακο δεσμευμένο για τις Ηνωμένες Πολιτείες είχε διαχειριστεί με ακατάλληλο τρόπο σε ένα εργοστάσιο παρασκευής πενικιλίνης, κάνοντας το φάντασμα της διασταυρούμενης μόλυνσης να πλανιέται, κάτι που θα μπορούσε να είναι θανατηφόρο για τους ανθρώπους που είναι αλλεργικοί.  Και στο δικαστήριο τον περασμένο Ιούλιο (σ. τ. μ. 2008), η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι παραβιάσεις της Ranbaxy «συνεχίζουν να έχουν ως αποτέλεσμα την εισαγωγή των νοθευμένων και κακώς τυποποιημένων προϊόντων σε διακρατικό εμπόριο».
Ωστόσο, η μόνη ρυθμιστική απάντηση της υπηρεσίας σε αυτές τις αποκαλύψεις ήταν να «παγώσει» την έγκριση των αιτήσεων για φάρμακα που κατασκευάζονταν σε ένα από τα εργοστάσια στην Ινδία που είχε επιθεωρήσει.  Δεν απέσυραν τα φάρμακα από το εν λόγω εργοστάσιο από την αγορά – ούτε σταμάτησαν την έγκριση 39 αιτήσεων για φάρμακα που κατασκευάζονται σε άλλα εργοστάσια της εταιρείας.  «Η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων πραγματοποίησε επιθεωρήσεις προέγκρισης για μόνο το 17 τοις εκατό των αιτήσεων της Ranbaxy που εγκρίθηκαν από το 2005», αποκαλύπτει ο βουλευτής Τζων Ντίνγκελ, των Δημοκρατικών από το Μίτσιγκαν και υποστηρικτής ενός νομοσχεδίου για την ενίσχυση της εποπτείας της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων στην ασφάλεια των τροφίμων και των φαρμάκων.  «Επέτρεψε επίσης στην Ranbaxy να εκτελέσει τις βασικές μελέτες βιοϊσοδυναμίας σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις από την επιχείρηση και να διεξαχθούν από κλινικούς ιατρούς που προλήφθηκαν από την εταιρεία».
Ένας εκπρόσωπος της Ranbaxy, ο Τσαρλς Καπραριέλλο, λέει πως η εταιρεία συνεργάζεται πλήρως με την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) και το Υπουργείο Δικαιοσύνης και προσπαθεί να επιλύσει τις ανησυχίες των αρχών σύντομα.  Ο ίδιος σημειώνει ότι οι εγκαταστάσεις του Νιου Τζέρσευ δεν επηρεάστηκαν και συνεχίζουν να προμηθεύουν με προϊόντα τους πελάτες των ΗΠΑ, με τέσσερα νέα γενόσημα να έχουν εγκριθεί το 2009. «Η Ranbaxy παραμένει αφοσιωμένη στην παροχή υψηλής ποιότητας φαρμάκων σε προσιτές τιμές για τους ασθενείς των ΗΠΑ», προσθέτει.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο , τρία χρόνια αφότου έμαθε τις καταγγελίες που της «σφυρίχτηκαν», η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων εξέδωσε τελικά ένα «συναγερμό εισαγωγής» για τα φάρμακα της Ranbaxy, παγώνοντας αποτελεσματικά την εισαγωγή περισσότερων από 30 φαρμάκων από δύο εργοστάσιά της εταιρείας.  Ένα σχέδιο του «συναγερμού εισαγωγής» είχε ατονήσει στην Υπηρεσία, είπε μια πηγή στο SELF, η οποία ήταν διευθυντής τμήματος της υπηρεσίας προτού σταλεί σε μια υποδεέστερη θέση, όπου παρέμεινε περισσότερο χρόνο.
Ο οργανισμός έχει πλέον επιβάλλει και τη σπάνια και σοβαρή κύρωση να ελέγξει εξονυχιστικά όλα τα στοιχεία ασφαλείας των φαρμάκων που παρήχθησαν σε ένα εργοστάσιο της Ινδίας λόγω του ιστορικού παραποιήσεων.  «Είμαστε πολύ δυναμικοί», λέει η ιατρός Τζάνετ Γούντκοκ, διευθύντρια του Κέντρου Φαρμακευτικής Αξιολόγησης και Έρευνας της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων, η οποία επιβλέπει την ασφάλεια των φαρμάκων.  Η Δρ. Γούντκοκ υποστηρίζει ότι οι πρόσφατες ενέργειες της Υπηρεσίας εναντίον επιχειρήσεων γενόσημων φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένης της Ranbaxy, στέλνουν ένα ισχυρό μήνυμα και βοηθούν στην προώθηση μιας «κουλτούρας λογοδοσίας σε όλο τον κόσμο».


Ποιος μπορεί να μας προστατεύσει ;

Ο στόχος των φαρμάκων χαμηλού κόστους δεν μπορεί να αποβεί εις βάρος της ασφάλειας.  Και όπως ο Δρ. Kesselheim σημειώνει, σε αυτή την ζοφερή οικονομική κατάσταση, τα γενόσημα φάρμακα έχουν καταστεί ακόμη πιο σημαντικά, καθώς το κόστος των φαρμάκων θα μπορούσε να οδηγήσει τους ασθενείς να διακόψουν τη λήψη του φαρμάκου που απαιτείται για την πάθησή τους.  Λοιπόν, πώς μπορεί να εξασφαλίσουν οι αρχές ότι τα γενόσημα φάρμακα είναι ασφαλή για τους ασθενείς;
Πρώτα-πρώτα, λέει ο Δρ. Γκότλιμπ, το Γραφείο Γενόσημων Φαρμάκων της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων, το οποίο ελέγχει τις εγκρίσεις και τις επιθεωρήσεις, χρειάζεται περισσότερη χρηματοδότηση.  «Η Υπηρεσία δεν μπορεί καν να παρακολουθήσει τον ρυθμό εισερχομένων εργασιών, αφήστε τους να επενδύσουν σε καλύτερη επιστημονική δουλειά», λέει.  Η ανάγκη θα γίνει ακόμα πιο έντονη κατά τους προσεχείς μήνες, καθώς οι εταιρείες παραγωγής γενόσημων θα πιέσουν το Κογκρέσο για την άδεια να παρασκευάσουν ευαίσθητα ενέσιμα βιολογικά φάρμακα όπως τα Epogen (ερυθροποιητίνη α) και Neupogen (φιλγκαστίμ), τα οποία συχνά λαμβάνονται από ασθενείς με καρκίνο και είναι πιο περίπλοκα στην παρασκευή τους από τα παραδοσιακά χάπια.
Οι ιατροί είναι πρόθυμοι να υποβάλλουν εξαιρετικά ευαίσθητα φάρμακα που απαιτούν μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης ή ακριβή δοσολογία σε πιο εκτεταμένες κλινικές δοκιμές, και ο Γκρέντον θα ήθελε να δει τυχαίους, με επιλογή των φαρμάκων από το ράφι, ελέγχους των συστατικών και της αποτελεσματικότητας των γενοσήμων φαρμάκων μετά την είσοδό τους στην αγορά.  Η περισσότερο δυναμική εποπτεία θα απαιτούσε επίσης ισότιμες επιθεωρήσεις των εργοστασίων πρωτότυπων και γενόσημων φαρμάκων, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται στον πλανήτη.
Αυτό αρχίζει ήδη να συμβαίνει.  Τους τελευταίους μήνες, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ έχει ανοίξει γραφεία στην Κίνα, την Ινδία, την Κεντρική Αμερική και την Ευρώπη και σχεδιάζει να επεκτείνει την παρουσία της στο Μεξικό, τη Νότια Αμερική και τη Μέση Ανατολή.  Το νομοσχέδιο του βουλευτή των Δημοκρατικών Ντίνγκελ, το «FDA Globalization Act», θα παρέχει κεφάλαια για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις.  Παρόλα αυτά, προειδοποιεί ο Δρ. Γούντκοκ, «δεν υπάρχει μαγικό σημείο σε αυτή τη διαδικασία με το οποίο μπορείτε να ελέγξετε τα πάντα.  Ας πούμε ότι ελέγχετε 10 δισκία και έχουν παρασκευάσει 100.000;  Ο κατασκευαστής είναι υπεύθυνος για την ποιότητα του προϊόντος, και υποχρέωσή μας είναι να βεβαιωθούμε ότι πληρούν τις υποχρεώσεις τους».
Η Δρ. Στότλαντ, της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, λέει ότι εξακολουθεί να ανησυχεί ότι οι νόμοι στις περισσότερες πολιτείες επιτρέπουν στους φαρμακοποιούς να αλλάζουν κατά βούληση τα φάρμακα από τα πρωτότυπα σε γενόσημα (καθώς και μεταξύ των διαφόρων γενοσήμων).  Ισχυρίζεται ότι ο νόμος θα πρέπει να απαιτήσει από τους φαρμακοποιούς να ενημερώνουν τους θεράποντες ιατρούς για οποιαδήποτε αλλαγή.  Όπως έχουν τα πράγματα, οι γιατροί που θέλουν να εξασφαλίσουν την χορήγηση πρωτοτύπων φαρμάκων πρέπει να γράψουν στις συνταγές τους «μην υποκαθιστάτε» - κάτι που δεν εγγυάται ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες θα καλύψει το επιπλέον κόστος.  Αλλά ο Τσαρλς Μαίυρ, εκπρόσωπος τύπου για την Εταιρεία Γενοσήμων Φαρμάκων στο Άρλινγκτον της Βιρτζίνια των ΗΠΑ, υποστηρίζει ότι αν οι φαρμακοποιοί είχαν το πρόσθετο βάρος της ενημέρωσης των ιατρών, τότε θα η διάθεση γενοσήμων φαρμάκων θα ήταν λιγότερο πιθανή.  «Θα βοηθούσε τις εταιρείες πρωτοτύπων φαρμάκων να διατηρήσουν τα μονοπώλιά τους», λέει, κάτι που μεταφράζεται σε υψηλότερες τιμές για τους καταναλωτές.
Εν τω μεταξύ οι ασθενείς μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους με το να μαθαίνουν ποιος παρασκεύασε τα φάρμακα που λαμβάνουν και να παρατηρούν τον εαυτό τους όταν αλλάζουν οι συνταγές τους αν τους συμβαίνει η εμφάνιση νέων ανεπιθύμητων ενεργειών ή υποτροπή της πάθησής τους ως αποτέλεσμα.  Αυτό είναι ότι έκανε η Μπεθ Χάμπαρντ.  Μετά από οκτώ μήνες που διήρκεσε η ιατρική οδύσσεια της, η Χάμπαρντ επέστρεψε στο γιατρό ο οποίος πρώτος της συνταγογράφησε το Wellbutrin και ο οποίος δεν μπόρεσε να μιλήσει μαζί της για το αν τα συμπτώματά της μπορεί να σχετίζονταν με αλλαγή του φαρμάκου σε γενόσημο.  Εκείνη δεν τον κατηγορεί για αυτό που συνέβη.  Ακόμα, λέει, «οι γιατροί βλέπουν πάρα πολλούς ανθρώπους και τους βλέπουν πάρα πολύ γρήγορα, ενώ δεν ρωτούν τις δύσκολες ερωτήσεις.  Θα πρέπει να γνωρίζετε το σώμα σας και αυτό να είναι ο δικός σας συνήγορος».